Πώς Επηρεάζει η Εποχικότητα τα Αυτοάνοσα Νοσήματα

Πώς Επηρεάζει η Εποχικότητα τα Αυτοάνοσα Νοσήματα

Εικόνα: Η λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού παρουσιάζει περιοδικές διακυμάνσεις τόσο κατά τη διάρκεια ενός 24ώρου, όσο και σε ετήσια βάση, που επηρεάζουν τη λειτουργία του μεταβολισμού και του ανοσοποιητικού συστήματος.

Οι εναλλαγές των εποχών επηρεάζουν σημαντικά την πορεία των αυτοάνοσων ασθενειών. Οι εξάρσεις συγκεκριμένων αυτοάνοσων αυξάνονται ή μειώνονται σε διαφορετικές εποχές του έτους.

Dr. Δημήτρης Τσουκαλάς

Οι διακυμάνσεις που συμβαίνουν κατά διάρκεια του έτους:

  • Στα επίπεδα του φωτός
     
  • Στην υπεριώδη ακτινοβολία
     
  • Στην ορμόνη που ρυθμίζει τον ύπνο (μελατονίνη)
     
  • Στα επίπεδα βιταμίνης D
     
  • Στο μεταβολισμό
     
  • Στις λοιμώξεις από διαφορετικά μικρόβια και ιούς

παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση των λειτουργιών του ανθρώπινου οργανισμού και συνδέονται με την ανάπτυξη ή μη αυτοανοσίας[1][2].       

Η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος επηρεάζεται από τις εποχές του έτους. Ορισμένα νοσήματα όπως τα αυτοάνοσα, τα καρδιαγγειακά και ο διαβήτης επιδεινώνονται κατά τους χειμερινούς μήνες[3].    

Το φθινόπωρο είναι μια εποχή που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Η μεταβολική κατάσταση κατά τη συγκεκριμένη εποχή του χρόνου, διαμορφώνει την αυξημένη ή μειωμένη ευπάθεια για εμφάνιση αυτοάνοσου ή επιδείνωση των εξάρσεων, το χειμώνα και την άνοιξη που ακολουθούν.

Ερευνητές του πανεπιστημίου του Cambridge, εντόπισαν ότι σε διαφορετικές εποχές του χρόνου ενεργοποιούνται διαφορετικά τμήματα του DNA (γονίδια), που συνδέονται με την λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι αλλαγές που συνδέονται με τις εποχές του έτους, αφορούν στο ένα τέταρτο περίπου των γονιδίων του ανθρώπινου οργανισμού[2].

Οι αλλαγές που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια του χειμώνα για παράδειγμα, επηρεάζουν:

  • Tη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος
     
  • Tη δράση των λευκών αιμοσφαιρίων
     
  • Tη σύσταση του αίματος
     
  • Tο λιπώδη ιστό
     
  • Aυξάνουν την προδιάθεση για φλεγμονή
     


Εικόνα 1. Περιοδική αυξομείωση του δείκτη φλεγμονής CRPσε άτομα με υπέρταση κατά τη διάρκεια του έτους. Xaquin C. Dopico. Nature Communications 2015.


Βιολογικοί Ρυθμοί του Ανθρώπινου Οργανισμού

Η λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού παρουσιάζει φυσιολογικές διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια ενός 24ώρου, αυτές οι διακυμάνσεις ονομάζονται ‘Κιρκάδιος Ρυθμός’. Ο όρος κιρκάδιος προέχεται από τα λατινικά ‘circa’ που σημαίνει κύκλος και ‘diem’ που σημαίνει ημέρα, ‘ο κύκλος της ημέρας’.

Φυσιολογικά κατά τις πρωινές ώρες, έχουμε περισσότερη ενέργεια, μεγαλύτερες αντοχές, πεινάμε λιγότερο, έχουμε πιο καθαρό μυαλό και καλύτερη διάθεση. Καθώς περνάει η ημέρα και πλησιάζει το βράδυ, οι αντοχές και η ενέργεια μας μειώνονται, αυξάνεται το αίσθημα της πείνας και η επιθυμία για ξεκούραση.

Οι αλλαγές αυτές, ρυθμίζονται μέσα από διακυμάνσεις της λειτουργίας του ορμονικού και του νευρικού συστήματος.

Έτσι, κατά τη διάρκεια της ημέρας, ορμόνες όπως η κορτιζόλη, η ντοπαμίνη και η αδρεναλίνη, προετοιμάζουν το ανθρώπινο σώμα να δραστηριοποιηθεί και να βρει τροφή.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, διαφορετικές ορμόνες, όπως η σεροτονίνη για παράδειγμα, ενεργοποιούν διαδικασίες που αφορούν την επιδιόρθωση και την αποκατάσταση του οργανισμού. Αυτός είναι ο λόγος που κατά τις βραδινές ώρες ενισχύονται ο πυρετός και οι φλεγμονές, οι πόνοι γίνονται πιο έντονοι και αυξάνεται ο κίνδυνος για έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο.   

Διαταραχές στη φυσιολογική ρύθμιση του κιρκάδιου ρυθμού, συνδέονται με χρόνια φλεγμονή και αυξημένο κίνδυνο νόσου για μεταβολικό σύνδρομοαυτοάνοσακαρδιαγγειακάκαρκίνο και διαβήτη[4][5][6].    


Ετήσιος Βιολογικός Ρυθμός και Αυτοάνοσα Νοσήματα

Αντίστοιχα με τις κυκλικές αλλαγές  που συμβαίνουν μέσα στο διάστημα μιας ημέρας, το ανθρώπινο σώμα ακολουθεί και έναν ετήσιο βιολογικό ρυθμό.

Η ετήσια περιοδικότητα στις αλλαγές που συμβαίνουν στις λειτουργίες του  ανθρώπινου οργανισμού, επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα και το μεταβολισμό. Οι μεταβολές αυτές συμβαδίζουν με τις εποχές του έτους.   

Βιταμίνη D
Κατά τη διάρκεια του έτους, τα χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D παρατηρούνται στο τέλος του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης.

Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D αυτές τις περιόδους του έτους, συνδέονται με αυξημένη δραστηριότητα σε αυτοάνοσα όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η ψωρίαση και η ρευματοειδής αρθρίτιδα.

Η βιταμίνη D έχει σημαντική ανοσο-ρυθμιστική δράση και παίζει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη και στην πορεία των αυτοάνοσων ασθενειών. Επαρκή επίπεδα είναι απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, τόσο για τη μείωση της πιθανότητας νόσου από λοιμώξεις όσο και για την ικανότητα του ανοσοποιητικού να αναγνωρίζει τους δικού του ιστούς. Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D, συνδέονται με περισσότερες εξάρσεις και χειρότερη πορεία των αυτοάνοσων ασθενειών[7][8].

Σε πρόσφατη μελέτη, προτείνεται στα άτομα που έχουν αυξημένο κίνδυνο για εποχική γρίπη ή COVID-19, η χορήγηση 10.000iu βιταμίνης D3 ημερησίως για αρκετές εβδομάδες, ώστε να ανεβάσουν γρήγορα τα επίπεδα τους. Στη συνέχεια, προτείνεται η λήψη 5.000iu ημερησίως. Στόχος είναι η επίτευξη επιπέδων βιταμίνης 25(ΟΗ)D3 πάνω από 40-60 ng/mL[9].

Στην διόρθωση της έλλειψης βιταμίνης D σε ασθενείς με αυτοάνοσα, αλλά και σε όσους εμφανίζουν βαριά νόσο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι τείνουν να εμφανίζουν αντίσταση στη βιταμίνη D, απαιτούνται δηλαδή πολύ μεγαλύτερες δόσεις και υψηλότερα επίπεδα, ώστε να επιτευχθεί η ίδια βιολογική δράση που εμφανίζει η D στους υγιείς[10][11].

Μέσα από την κλινική μας εμπειρία, έχουμε διαπιστώσει ότι η διόρθωση της έλλειψης της D, δεν προσδίδει τα πλήρη οφέλη όταν αυτή πραγματοποιηθεί κατά τη στιγμή της έξαρσης ενός αυτοάνοσου. Χρειάζονται αρκετές εβδομάδες ή και μήνες χορήγησης θεραπευτικών δόσεων, παράλληλα με την διόρθωση ελλείψεων σε συμπαράγοντες της βιταμίνης D όπως βιταμίνη Κ2, βιταμίνες του συμπλέγματος Β, μαγνήσιο, ψευδάργυρο, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες του οργανισμού και να παρατηρηθεί σημαντική κλινική βελτίωση[12][13].

Μελατονίνη
Η έκκριση μελατονίνης, της ορμόνης που ρυθμίζει τον ύπνο, έχει επίσης σημαντική ανοσο-ρυθμιστική δράση και μειώνει τη σοβαρότητα πολλών αυτοάνοσων ασθενειών, όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (νόσος του Crohn και ελκώδης κολίτιδα).     

Η μελατονίνη έχει πολλαπλές δράσεις που αφορούν στη(ν):

  • Αντιγραφή του DNA
     
  • Λειτουργία του ορμονικού συστήματος
     
  • Ρύθμιση της διαδικασίας της φλεγμονής
     
  • Ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος

Τα επίπεδα της μελατονίνης είναι χαμηλότερα την άνοιξη, πράγμα που εξηγεί την αύξηση των εξάρσεων της σκλήρυνσης κατά πλάκας και των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου, τη συγκεκριμένη εποχή του έτους.

Έχουμε διαπιστώσει ωστόσο, ότι η μεμονωμένη χορήγηση μελατονίνης,  δεν αρκεί ώστε να επιτευχθούν μακροχρόνιες και ουσιαστικές αλλαγές στην πορεία αυτοάνοσων ασθενειών όπως τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου, η σκλήρυνση κατά πλάκας, η νόσος του Χασιμότο, η ψωρίαση και ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Η αποκατάσταση του φυσιολογικού ρυθμού έκκρισης της μελατονίνης, μέσα από την αποκατάσταση της συνολικής μεταβολικής κατάστασης του οργανισμού, επιφέρει καλύτερα και πιο σταθερά αποτελέσματα.

Η μελατονίνη παράγεται στον οργανισμό από την σεροτονίνη. Το 90% της σεροτονίνης παράγεται από την εντερική χλωρίδα και απαιτούνται επαρκείς ποσότητες των βιταμινών D3, Β2, Β3, Β6 και ωμέγα-3 λιπαρών οξέων για την ομαλή έκκριση της. Διαταραχές στην εντερική χλωρίδα, η λήψη αντιβιοτικών και συγκεκριμένες φαρμακευτικές αγωγές, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, το στρες, και ελλείψεις στα παραπάνω θρεπτικά συστατικά εμποδίζουν την ομαλή έκκριση της μελατονίνης[14][15][16].

Λοιμώξεις
Οι λοιμώξεις μπορούν να πυροδοτήσουν την εμφάνιση αυτοάνοσων νοσημάτων. Κατά τη διάρκεια μιας λοίμωξης από έναν ιό ή ένα μικρόβιο, απελευθερώνονται μόρια που προωθούν τη φλεγμονή (κυτοκίνες), αλλά και μόρια που μοιάζουν με αυτά του οργανισμού (μοριακή μίμηση) και δυσκολεύουν το ανοσοποιητικό σύστημα, στην προσπάθεια του να ξεχωρίσει τα δικά του κύτταρα από εξωγενείς παράγοντες[17].     

Οι εναλλαγές των λοιμώξεων, που επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο ανάλογα με την εποχή, συσχετίζονται με την εμφάνιση και την επιδείνωση των αυτοάνοσων νοσημάτων.

Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, η συχνότητα εμφάνισης λοιμώξεων από τον ιό Epstein-Barr, σχετίζεται με αυξημένη εμφάνιση νέων περιπτώσεων αλλά και εξάρσεων σε άτομα που έχουν ήδη διαγνωστεί, με σκλήρυνση κατά πλάκας και συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.

Επιπλέον, η αύξηση λοιμώξεων από ροταϊό κατά τη διάρκεια του χειμώνα, προηγείται της εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.

Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες η λοίμωξη από Escherichia coli (κολοβακτηρίδιο) συνδέεται με την εμφάνιση πρωτογενούς χολικής κίρρωσης, ενώ η λοίμωξη από ιό κοξάκι, με την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 1.

Μεταβολισμός
Ο μεταβολισμός είναι το σύνολο των χημικών αντιδράσεων που εμπλέκονται στη διατήρηση της ζωής του ανθρώπινου οργανισμού.

Ο μεταβολισμός αφορά στη(ν):

  1. Παραγωγή ενέργειας
     
  2. Σύνθεση δομικών μορίων που φτιάχνουν τα κύτταρα και τα όργανα (πρωτεΐνες, λιπαρά κ.ά.)
     
  3. Αποβολή των υπολειμμάτων και καταλοίπων  του μεταβολισμού (διοξείδιο του άνθρακα, ουρία, κάποια άλατα κ.ά.)

Ο μεταβολισμός επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις του ετήσιου βιολογικού ρυθμού. Το χειμώνα αυξάνονται τα περιστατικά με μεταβολικό σύνδρομο, και υπέρταση, σε σχέση με το καλοκαίρι[18].

Το μεταβολικό σύνδρομο είναι ένα σύνολο μεταβολικών διαταραχών που αυξάνουν τον κίνδυνο για χρόνια νοσήματα. Η διάγνωση μεταβολικού συνδρόμου προκύπτει όταν κάποιος εμφανίζει 3 τουλάχιστον από τις παρακάτω διαταραχές:

  • Εναπόθεση λίπους στην κοιλιακή χώρα
     
  • Υπέρταση
     
  • Αυξημένα επίπεδα της γλυκόζης
     
  • Αυξημένα τριγλυκερίδια   
     
  • Χαμηλά επίπεδα καλής χοληστερίνης (HDL)

Το κοινό αίτιο που προκαλεί την ανάπτυξη και επιδείνωση των παραπάνω μεταβολικών διαταραχών είναι η αντίσταση στην ινσουλίνη. Τα κύτταρα του οργανισμού δεν ανταποκρίνεται στην ινσουλίνη και απαιτούνται όλο και μεγαλύτερες ποσότητες, ώστε να μειωθούν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και να περάσει αυτή από το αίμα στο εσωτερικό των κυττάρων.


Εικόνα 2. Αντίσταση στην ινσουλίνη. Η ινσουλίνη λειτουργεί σαν κλειδί που επιτρέπει την είσοδο της γλυκόζης στα κύτταρα. Αριστερά φυσιολογικός μηχανισμός απορρόφησης ζαχάρου: η ινσουλίνη (μπλε σφαίρα) ενεργοποιεί την είσοδο του ζαχάρου (λευκοί κόκκοι) στο εσωτερικό ενός κυττάρου. Δεξιά παρά την ύπαρξη ινσουλίνης ο μηχανισμός απορρόφησης παραμένει κλειστός και δεν επιτρέπει την είσοδο του ζαχάρου. Προσαρμοσμένο απόScientific Animations.


Μεγαλύτερες ποσότητες ινσουλίνης, καταφέρνουν για κάποιο διάστημα να διατηρήσουν χαμηλά τα επίπεδα της γλυκόζης, απορυθμίζουν όμως πολλαπλές λειτουργίες του οργανισμού[19]:

  • Εμποδίζουν την καύση του λίπους
     
  • Διαταράσσουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος
     
  • Τροφοδοτούν τις φλεγμονές
     
  • Προωθούν τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων     

Έχει παρατηρηθεί ότι κατά τη διάρκεια της φθινοπωρινής περιόδου, επιδεινώνεται σημαντικά η αντίσταση στην ινσουλίνη και η εναπόθεση λίπους. Πρόκειται για έναν βιολογικό μηχανισμό που βοήθησε στην επιβίωση του ανθρώπινου είδους σε περιόδους που η τροφή ήταν λιγοστή το χειμώνα[18].


Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι ένα από τα κύρια αίτια ανάπτυξης νόσου σήμερα.


Στις σύγχρονες κοινωνίες ωστόσο, όπου υπάρχει αφθονία τροφής καθόλη τη διάρκεια του έτους, σε συνδυασμό με τη μείωση της σωματικής δραστηριότητας, τη μειωμένη θρεπτική αξία των τροφίμων, τη μείωση της έκθεσης στον ήλιο, την αυξημένη έκθεση σε τοξικές ενώσεις και τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D και άλλων βιταμινών και θρεπτικών στοιχείων, ο βιολογικός μηχανισμός αποθήκευσης ενέργειας, λειτουργεί ως ένας από τους κύριους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη χρόνιων και αυτοάνοσων ασθενειών.         

Έτσι ένας από τους βιολογικούς μηχανισμούς που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επιβίωση του ανθρώπου, σήμερα λειτουργεί ως το βασικό αίτιο νόσου.

Για την αποφυγή της εμφάνισης αυτοάνοσου νοσήματος, αλλά και για τη μείωση των εξάρσεων σε περίπτωση που κάποιος πάσχει έχει ένα, θα πρέπει να:

  • Διατηρούνται επίπεδα βιταμίνης D3 πάνω από 50 ng/mL προληπτικά και κοντά στα 100 ng/mL θεραπευτικά, καθόλη τη διάρκεια του έτους.
     
  • Προσέχουμε ιδιαίτερα το φθινόπωρο. Η μεταβολική κατάσταση κατά τη συγκεκριμένη εποχή του χρόνου, διαμορφώνει την αυξημένη ή μειωμένη ευπάθεια για εμφάνιση αυτοάνοσου ή επιδείνωση των εξάρσεων το χειμώνα και την άνοιξη που ακολουθούν.
     
  • Εντοπίζονται και να αντιμετωπίζονται έγκαιρα η αντίσταση στην ινσουλίνη και η παρουσία μεταβολικού συνδρόμου.
     
  • Εντοπίζονται και να διορθώνονται έγκαιρα ελλείψεις σε μικροθρεπτικά συστατικά. Ελλείψεις ακόμη και σε ένα μόνο συστατικό, προκαλούν δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού και αυξάνουν την ευπάθεια σε λοιμώξεις και την πιθανότητα έξαρσης ή εμφάνισης αυτοάνοσης ασθένειας. Η διόρθωση των ελλείψεων μικροθρεπτικών συστατικών έχει αποδειχθεί αποτελεσματική σε πολλές λοιμώξεις και έχει αποδειχθεί ότι προάγει ευνοϊκά κλινικά αποτελέσματα[20].

Αυτοάνοσα και Μεταβολική Λειτουργία

Κατά την τελευταία δεκαετία έχει αναδειχθεί ο κεντρικός ρόλος του μεταβολισμού στη ρύθμιση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού. Γνωρίζουμε σήμερα ότι οι μεταβολικές διεργασίες ρυθμίζουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού (ανοσολογική απόκριση) σε υγιή άτομα, καθώς και κατά τη διάρκεια λοίμωξης, καρκίνου, αυτοανοσίας και παχυσαρκίας[21].

Ο δυτικός τρόπος ζωής και διατροφής τροφοδοτεί χρόνιες φλεγμονές που οφείλονται σε μεταβολικούς παράγοντες. Οι χρόνιες φλεγμονές και οι μεταβολικές διαταραχές, επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία των κυττάρων του ανοσοποιητικού[22].


Εικόνα 3. Ο δυτικός τρόπος ζωής τροφοδοτεί φλεγμονές και μεταβολικές διαταραχές, που αυξάνουν τα χρόνια νοσήματα και μειώνουν το προσδόκιμο ζωής και τα χρόνια χωρίς ασθένεια. ChristANature Reviews Immunology, 2019. Modified.   


Τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι μια ομάδα χρόνιων φλεγμονωδών ασθενειών, που προκύπτουν ως αποτέλεσμα της απώλειας της ικανότητας του ανοσοποιητικού συστήματος να αναγνωρίζει τα κύτταρα και τους ιστούς του οργανισμού του.  

Το ανοσοποιητικό σύστημα απαρτίζεται από ένα σύνολο οργάνων που βρίσκονται διάσπαρτα σε όλο το σώμα, όπως οι αμυγδαλές, ο μυελός των οστών, η σπλήνα, οι λεμφαδένες και άλλα.

Εικόνα 3: Τα όργανα του ανοσοποιητικού συστήματος.  


Φυσιολογικά, το ανοσοποιητικό σύστημα προστατεύει τον οργανισμό από εξωγενείς παράγοντες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν νόσο, όπως μικρόβια, ιούς και ξένες προς τον οργανισμό χημικές ενώσεις.

Παρότι δεν έχει εντοπιστεί ένας μεμονωμένος παθογενετικός παράγοντας,  γνωρίζουμε ότι κοινοί υποκείμενοι παράγοντες, που αλλοιώνουν τη μεταβολική λειτουργία του οργανισμού, όπως είναι:

  • Οι ελλείψεις σε ζωτικά μικροθρεπτικά συστατικά
     
  • Η αντίσταση στην ινσουλίνη
     
  • Το τοξικό φορτίο του οργανισμού
     
  • Η αλλοίωση της μικροβιακής χλωρίδας
     
  • Μικροβιακές λοιμώξεις
     
  • Το ψυχογενές στρες

προκαλούν δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και οδηγούν σε αυτοανοσία.

Ανάλογα με το όργανο που πλήττεται, εκδηλώνεται και διαφορετικό νόσημα. 

Για την αντιμετώπιση χρόνιων φλεγμονωδών νοσημάτων όπως τα αυτοάνοσα, είναι απαραίτητος ο εντοπισμός και η αποκατάσταση των μεταβολικών διαταραχών που πυροδοτούν αυτές τις ασθένειες.    

Εξετάσεις που Καταγράφουν το Μεταβολικό Προφίλ Καθοδηγούν την Αντιμετώπιση των Αυτοάνοσων Νοσημάτων

Η μέτρηση πολύ μικρών μορίων, που συμμετέχουν στις μεταβολικές διεργασίες, έχει οδηγήσει στην κατανόηση των μηχανισμών εμφάνισης των αυτοάνοσων νοσημάτων και στη βελτίωση της αντιμετώπισης τους[23][24][25][26][27][28][29].

Παράλληλα με την αύξηση των φαρμακευτικών επιλογών στην διαχείριση των συμπτωμάτων της φλεγμονής, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει κατανοητό ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτής κατηγορίας νοσημάτων απαιτεί και την αποκατάσταση των υποκείμενων μεταβολικών διαταραχών που οδηγούν στην εκδήλωση τους και επηρεάζουν άμεσα την κλινική τους πορεία[20][30][31][32][33][34].    

Η αποκατάσταση της μεταβολικής ισορροπίας του οργανισμού, σε συνδυασμό με την εφαρμογή εντατικής ιατρικής παρέμβασης στον τρόπο ζωής και διατροφής, βελτιώνει την κλινική εικόνα και την πορεία της υγείας ασθενών με αυτοάνοσο νόσημα.

Σήμερα η ιατρική διαθέτει περισσότερα εργαλεία από αυτά που διέθετε δέκα ή πέντε μόλις χρόνια πριν. Επιπλέον της διαχείρισης των συμπτωμάτων και της φλεγμονής, αντιμετωπίζονται οι υποκείμενοι παράγοντες που οδηγούν στην ανάπτυξη της νόσου, ώστε να βελτιωθεί η πορεία της υγείας αυτής της ομάδας ασθενών.

Μέσα από την κλινική μας εμπειρία έχουμε διαπιστώσει, ότι η βελτίωση του μεταβολικού προφίλ στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, αλλάζει την πορεία ασθενών με αυτοάνοσο νόσημα, από μια εικόνα σταθερής επιδείνωσης, σε μια σταθερής βελτίωσης.   

Dr. Δημήτρης Τσουκαλάς, MD

Πηγή: https://www.drtsoukalas.com/epoxicotita-autoanosa-su-342.html?fbclid=IwAR09MbXUZlr3VmMGmDWdZpRFyz056sMZDfJKp_CmfuwBXAmfA9eZkNW0ChU

Photo cover:pexels.com/andreapiacquadio

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin

The New You

Στοιχεία Επικοινωνίας

  • info@female-g.com
  • Κύπρου 11, Χαλάνδρι

Βρείτε μας στα Social Media:

Αφήστε μας ένα μήνυμα