Σπαστική Κολίτιδα


 

To σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου ή σπαστική κολίτιδα, είναι μια από τις πιο συχνές καταστάσεις για την οποία οι άνθρωποι επισκέπτονται το γιατρό. Περίπου 1 στους 6 σήμερα, υποφέρει από αυτή τη διαταραχή στη λειτουργία του παχέος εντέρου.
 
Τα πιο κοινά συμπτώματα συμπεριλαμβάνουν κοιλιακό πόνο, φούσκωμα, αέρια, διάρροια, δυσκοιλιότητα και βλέννη στα κόπρανα.
 
Πρόκειται για μια χρόνια υποτροπιάζουσα πάθηση, που ενώ δεν είναι απειλητική για τη ζωή, ωστόσο επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ατόμων που την εμφανίζουν.


Οι βασικοί παράγοντες που συμμετέχουν στην ανάπτυξη των συμπτωμάτων του ευερέθιστου εντέρου είναι:
 

  • Αλλαγή στη σύσταση του εντερικού μικροβιώματος.
     
  • Κατανάλωση τροφών που προκαλούν ζυμώσεις και αυξημένη παραγωγή αερίων.
     
  • Ανάπτυξη τοπικής φλεγμονής στο εντερικό τοίχωμα.
     
  • Διαταραχή της φυσιολογικής κινητικότητα του εντέρου με εμφάνιση συσπάσεων, διάρροιας ή δυσκοιλιότητας, κοιλιακής διάτασης και πόνου.

 
Τα άτομα που εμφανίζουν τα παραπάνω συμπτώματα μπορεί να χρειαστεί να υποβληθούν σε διαγνωστικό έλεγχο, ώστε να αποκλειστούν άλλες παθολογικές καταστάσεις, στην πλειοψηφία όμως των περιπτώσεων δεν εντοπίζεται συγκεκριμένη νόσος. Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, δεν προκαλεί αλλαγές στους εντερικούς ιστούς και δεν αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου.      

Στις περισσότερες περιπτώσεις ένα σημαντικό μέρος των συμπτωμάτων, μπορεί να ελεγχθεί με ιατρική παρέμβαση στη διαχείριση της διατροφής, του τρόπου ζωής και συγκεκριμένων ελλείψεων του οργανισμού. Ένα μικρό ποσοστό περιπτώσεων, που παρουσιάζει πιο έντονα συμπτώματα, μπορεί να χρειαστεί φαρμακευτική αγωγή για την ανακούφιση των συμπτωμάτων.
 
 
Αίτια

Tο σύνδρομο ευερέθιστου έντερου οφείλεται σε πολλαπλούς παράγοντες. Ένας όμως από αυτούς θεωρείται κυρίαρχος στην ανάπτυξη του μεγαλύτερου μέρους των συμπτωμάτων. Πρόκειται για μια διαταραχή στη λειτουργία των κυττάρων που επικαλύπτουν το εσωτερικό του εντέρου.

Λειτουργία του Εντερικού Βλεννογόνου
 
Ο εντερικός βλεννογόνος καλύπτεται από κύτταρα που ονομάζονται επιθηλιακά και είναι ενωμένα μεταξύ τους με ειδικούς δεσμούς. Αυτοί οι δεσμοί, συνδέουν ερμητικά τα επιθηλιακά κύτταρα μεταξύ τους και αποκαλούνται «ισχυροί δεσμοί».
 
Φυσιολογικά, ο βλεννογόνος λειτουργεί ως φραγμός μεταξύ του εντερικού περιεχομένου και της κυκλοφορίας του αίματος. Το εντερικό περιεχόμενο δεν διαπερνά τον εντερικό βλεννογόνο ελεύθερα. Οι ισχυροί δεσμοί που ενώνουν τα επιθηλιακά κύτταρα μεταξύ τους, εμποδίζουν χημικά, βακτήρια, φάρμακα και διατροφικά αλλεργιογόνα να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος. Αυτός ο μηχανισμός, προστατεύει τον οργανισμό από βλαβερά στοιχεία που εισήλθαν στο έντερο, ενώ δεν θα έπρεπε.  
 
Τα επιθηλιακά κύτταρα έχουν διπλή λειτουργία:
 

  1. Να απορροφούν επιλεκτικά θρεπτικά στοιχεία, που είναι χρήσιμα στον οργανισμό, τα οποία στη συνέχεια, μεταφέρονται από το έντερο στο αίμα.
     
  2. Να αποτρέπουν την είσοδο βλαπτικών ουσιών και παθογόνων μικροβίων από το έντερο, προς την αιματική κυκλοφορία.  

 
Το σύνολο των μικροοργανισμών που βρίσκονται στο έντερο, αποκαλείται εντερική χλωρίδα. Η εντερική χλωρίδα, διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη θρέψη των επιθηλιακών κυττάρων, στην ολοκλήρωση της διαδικασίας της πέψης και στην ευρύτερη ρύθμιση του εντερικού περιβάλλοντος.

Πώς Προκύπτει Βλάβη στον Εντερικό Βλεννογόνο
 
Κάποιες τροφές που περιέχουν γλουτένη ή κάποια σάκχαρα που είναι δύσκολο να διασπαστούν στο έντερο, οδηγούν σε αύξηση της παρουσίας παθογόνων μικροβίων. Σε ευαίσθητα άτομα, τα παθογόνα μικρόβια προξενούν βλάβη στους ισχυρούς δεσμούς που ενώνουν τα επιθηλιακά κύτταρα.
 
Λόγω της βλάβης των ισχυρών δεσμών, ο εντερικός βλεννογόνος χάνει τη συνοχή του, με αποτέλεσμα μικρόβια, αλλεργιογόνα και χημικά να διαπερνούν τα επιθηλιακά κύτταρα και να εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος. Η συγκεκριμένη δυσλειτουργία, περιγράφεται ως αυξημένη εντερική διαπερατότητα ή διαπερατό έντερο.

Η αυξημένη διαπερατότητα του εντερικού βλεννογόνου, προκαλεί τοπική φλεγμονή, συσσώρευση λευκών αιμοσφαιρίων και απελευθέρωση ουσιών που τροφοδοτούν επιπλέον τη φλεγμονή (ισταμίνη, σεροτονίνη κ.ά.).
 
Οι ουσίες που τροφοδοτούν τη φλεγμονή, επιδρούν αρνητικά στο νευρικό και μυϊκό σύστημα του γαστρεντερικού σωλήνα. Έτσι, σε κάποια σημεία του εντέρου προκαλούνται συσπάσεις, ενώ σε κάποια άλλα μειώνεται η φυσιολογική κινητικότητα του εντέρου. Το αποτέλεσμα είναι το άτομο να βιώνει συμπτώματα κοιλιακού πόνου, αυξημένη ή μειωμένη ταχύτητα διέλευσης του εντερικού περιεχομένου και επακόλουθη διάρροια ή δυσκοιλιότητα.


Ένα μέρος της αίσθησης του φουσκώματος και της κοιλιακής διάτασης, οφείλεται και στην αυξημένη παραγωγή αερίων κατά τη διάρκεια της πέψης. Φυσιολογικά, κατά την πέψη παράγονται αέρια, όπως υδρογόνο, διοξείδιο του άνθρακα και μεθάνιο. Αλλοιώσεις όμως στο εντερικό μικροβιώμα και αυξημένη κατανάλωση τροφών όπως η ζάχαρη, το αλκοόλ, τα επεξεργασμένα άλευρα, κάποια φρούτα και λαχανικά, προκαλούν αυξημένες ζυμώσεις και περίσσεια παραγωγής εντερικών αερίων, που επιδεινώνουν περαιτέρω τη διάταση και τα εντερικά συμπτώματα.
 
 
Διατροφή
 
Ένας από τους τρόπους, που άτομα με ευερέθιστο έντερο προσπαθούν να διαχειριστούν τα συμπτώματα τους, είναι η διατροφή. Μέχρι πρόσφατα, μια συνηθισμένη θεραπευτική προσέγγιση, ήταν η αποφυγή των τροφών που τους προκαλούν συμπτώματα, καθώς και η αποφυγή της γλουτένης.
 
Γνωρίζουμε ότι ορισμένες τροφές μπορούν να προκαλέσουν γαστρεντερικά συμπτώματα, όπως αέρια, διάρροια, φούσκωμα στην κοιλιά και δυσφορία. Τέτοιες τροφές, περιλαμβάνουν το γάλα και άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα όσπρια, κάποια λαχανικά όπως τα μπρόκολα, μερικά φρούτα και δημητριακά, ιδίως το σιτάρι και τη σίκαλη.
 
Πολλές από αυτές είναι γνωστές ως «τροφές που παράγουν αέρια» και συστήνεται να αποφεύγονται σε περιπτώσεις υπερβολικού μετεωρισμού και φουσκώματος. Μέχρι πρόσφατα, τέτοιες τροφές βρίσκονταν σε διάφορες διατροφικές λίστες, χωρίς κάποια σύνδεση με βάση την περιεκτικότητα τους σε κάποια κοινά συστατικά.
 
Ωστόσο, κατά τις τελευταίες δεκαετίες εντοπίστηκαν τα ακριβή συστατικά, που προκαλούν αυτές τις αντιδράσεις. Πρόκειται για μια ομάδα σακχάρων που περιγράφονται με τα αρχικά FODMAP. H δίαιτα που αναπτύχθηκε με βάση την αποφυγή τους, ονομάστηκε «Δίαιτα με χαμηλά FODMAPs» και έχει πολύ καλά αποτελέσματα στη διαχείριση των συμπτωμάτων του ευερέθιστου εντέρου.
 
 
Δίαιτα με Xαμηλά FODMAPs
 
FODMAPs είναι τα αρχικά μιας ομάδας σακχάρων που βρίσκονται σε πολλά τρόφιμα όπως σιτάρι, γαλακτοκομικά, φρούτα, όσπρια, λαχανικά, ξηροί καρποί και γλυκαντικά προϊόντα.
 
F – Fermentable: που μπορούν να υποστούν Ζύμωση
O – Oligosaccharides: Ολιγοσακχαρίτες (σάκχαρα που βρίσκονται σε ορισμένα φρούτα, σε όσπρια και γαλακτοκομικά)
D – Disaccharides: Δισακχαρίτες (λακτόζη)
M – Monosaccharides: Μονοσακχαρίτες (φρουκτόζη)
A – And: Και
P – Polyols: Πολυόλες (σορβιτόλη, μαλτιτόλη, ερυθριτόλη, ξυλιτόλη)
 
Πρόκειται για σάκχαρα τα οποία δεν μπορεί να πέψει και να απορροφήσει πλήρως το λεπτό έντερο. Καθώς αυτά περνούν στο παχύ έντερο, αυξάνουν την ποσότητα υγρών που κατακρατούνται, όπως και την παραγωγή εντερικών αερίων. Αυτό συμβαίνει γιατί τα συγκεκριμένα σάκχαρα, υπόκεινται εύκολα σε ζύμωση από τα βακτήρια που βρίσκονται στο παχύ έντερο.   
 
Οι αυξημένες ποσότητες υγρών και αερίων στο έντερο, οδηγούν σε φούσκωμα και αλλαγές στην ταχύτητα πέψης της τροφής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αέρια, πόνο και διάρροια. Η κατανάλωση λιγότερων από αυτούς τους τύπους υδατανθράκων, μπορεί να μειώσει αυτά τα συμπτώματα.
 
Μελέτες έχουν δείξει ότι μια διατροφή με χαμηλά FODMAPs, βελτιώνει τα συμπτώματα του ευερέθιστου εντέρου. Το 76% ασθενών με ευερέθιστο έντερο μετά από τη δίαιτα, ανέφεραν βελτίωση των συμπτωμάτων τους.

 
Τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε FODMAPs
 

  • Λακτόζη
    Αγελαδινό γάλα, γιαούρτι εμπορίου, κρέμες, παγωτά, τυρί cottage, ανθότυρο, ρικότα και μασκαρπόνε.
  • Φρουκτόζη
    Φρούτα, όπως μήλα, αχλάδια, ροδάκινα, κεράσια, μάνγκο και καρπούζι.
    Γλυκαντικά, όπως το μέλι, το νέκταρ αγαύης, μελάσα και οι μαρμελάδες.
    Προϊόντα με σιρόπι καλαμποκιού υψηλής φρουκτόζης.
  • Φρουκτάνες: είναιαλυσίδες φρουκτόζης που περιέχονται σε κάποιες φυτικές τροφές όπως το σιτάρι, το σκόρδο, το κρεμμύδι, τη σίκαλη, το καρπούζι, τα κάσιους κ.ά
    Λαχανικά, όπως αγκινάρες, σπαράγγια, λαχανάκια Βρυξελλών, μπρόκολο, παντζάρια, σκόρδο και κρεμμύδι.
    Δημητριακά / άλευρα, όπως σιτάρι, σίκαλη, ντίνκελ, κριθάρι και αντίστοιχα ζυμαρικά.
    Ξηροί καρποί, όπως κάσιους και το ταχίνι
    Πρόσθετες φυτικές ίνες, όπως η ινουλίνη.
  • Γαλακτο-Ολιγο-Σακχαρίτες
    Ρεβίθια, φακές, φασόλια και προϊόντα σόγιας.
    Λαχανικά, όπως το μπρόκολο.
  • Πολυόλες
    Φρούτα, όπως μήλα, βερίκοκα, βατόμουρα, κεράσια, νεκταρίνια, αχλάδια, ροδάκινα, δαμάσκηνα και καρπούζι.
    Λαχανικά, όπως κουνουπίδι, μανιτάρια και μπιζέλια.
    Γλυκαντικά, όπως σορβιτόλη, μαννιτόλη, ξυλιτόλη, μαλτιτόλη και ισομαλτιτόλη που βρίσκονται σε τσίχλες και καραμέλες χωρίς ζάχαρη και σε φάρμακα για το βήχα.

 
 
Τροφές με χαμηλή περιεκτικότητα σε FODMAPs
 

  • Γαλακτοκομικά
    Γάλα αμυγδάλου, γάλα καρύδας, σπιτικό γιαούρτι 24ωρης ζύμωσης, σκληρά τυριά, όπως φέτα και μπρί
  • Φρούτα
    Βατόμουρα, ακτινίδια, λεμόνι, πορτοκάλια, φράουλες, πεπόνια, γκρέιπφρουτ, μπανάνες.
  • Λαχανικά
    Καρότα, αγγούρια, τζίντζερ, μαρούλι, ελιές, μελιτζάνες, σχοινόπρασο, μπαμπού λαχανικό, κινέζικο λάχανο, φρέσκα κρεμμυδάκια και γογγύλια.
  • Πρωτεΐνη
    Μοσχάρι, αρνί, κατσίκι, χοιρινό, κοτόπουλο, ψάρι, αυγά και προσιούτο.
  • Ξηροί καρποί (έως 10-15)
    Αμύγδαλα, μακαντάμια, φιστίκια Αιγίνης, κουκουνάρι και καρύδια.
  • Δημητριακά / Σπόροι
    Βρώμη, πίτουρο βρώμης, πίτουρο ρυζιού, ζυμαρικά χωρίς γλουτένη, όπως φαγόπυρο, κινόα, λευκό ρύζι, αλεύρι φαγόπυρου και κινόα.

Η λογική πίσω από τη δίαιτα με χαμηλά FODMAPs, είναι να περιοριστούν μόνο τα προβληματικά τρόφιμα σε μια κατηγορία, όχι όλα.

Η δίαιτα FOODMAPs πρέπει να γίνεται με την παρακολούθηση διαιτολόγου. Αρχικά, εξαλείφονται τα FODMAPs από τη διατροφή. Στη συνέχεια, προσθέτονται ξανά σταδιακά, ένα-ένα τη φορά και παρακολουθούνται τα συμπτώματα. Ένα άτομο, μπορεί τελικά να ανέχεται μερικά τρόφιμα καλύτερα από κάποια άλλα. Εξάλλου, πολλά από αυτά είναι ωφέλιμα στην υγεία.

Είναι αξιοσημείωτο ότι τα ίδια τα σάκχαρα FODMAPs, έχουν συχνά πρε-βιοτική δράση, λειτουργούν δηλαδή ως υπόστρωμα για την ανάπτυξη φιλικών βακτηριδίων στο έντερο και ρυθμίζουν τη σύσταση της εντερικής χλωρίδας. Έτσι, η σταδιακή προσθήκη των FODMAPs σε μικρές ποσότητες, επιτρέπει την ανάπτυξη βακτηριδίων στο έντερο, που μπορούν να πέψουν αυτό το είδος σακχάρων και έτσι μπορεί κανείς τελικά να αυξήσει την ποσόστητα και τον αριθμό τροφών που μπορεί να ανέχεται.  


Προβιοτικά

Η εντερική χλωρίδα συμμετέχει σε ζωτικές λειτουργίες που αφορούν στο έντερο, αλλά και στο σύνολο του οργανισμού, όπως:

  • Θρέψη των επιθηλιακών κυττάρων του βλεννογόνου του εντέρου.
     
  • Διατήρηση φυσιολογικού pH του εντέρου.
     
  • Πέψη και απορρόφηση των τροφών.
     
  • Ρύθμιση της φυσιολογικής κινητικότητας του εντέρου, μέσω της παραγωγής σεροτονίνης και άλλων ουσιών που δρουν στο νευρικό σύστημα του εντέρου, αλλά και στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
     
  • Ρύθμιση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος.

Η αλλοίωση της σύστασης της εντερικής χλωρίδας, παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του συνδρόμου του ευερέθιστου εντέρου. Ασθενείς με ευερέθιστο έντερο, εμφανίζουν μειωμένη παρουσία φιλικών βακτηριδίων και υπερανάπτυξη παθογόνων.

Σημαντικός αριθμός μελετών, έχει αναδείξει την ευεργετική δράση της χορήγησης προβιοτικών. Η χορήγηση προβιοτικών, βελτιώνει σημαντικά την συμπτωματολογία όσον αφορά στο φούσκωμα, στη δυσκοιλιότητα, στη διάρροια και στην αίσθηση διάτασης της κοιλιάς.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η χορήγηση προβιοτικών, έχει σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα όταν χρησιμοποιούνται σκευάσματα με μεγαλύτερο αριθμό διαφορετικών μικροβίων (μικροβιακά στελέχη), σε σχέση με προβιοτικά που περιέχουν ένα μεμονωμένο στέλεχος.


Ελλείψεις που Συνδέονται με το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου – Βιταμίνη D, Ψευδάργυρος, Γλουταμίνη

Ψευδάργυρος

Άτομα με ευερέθιστο έντερο, χρειάζονται ιατρικές παρεμβάσεις συμπλήρωσης, είτε για να καλύψουν ελλείψεις που είναι κοινές σε αυτή την εντερική δυσλειτουργία, είτε γιατί η χρήση μικροθρεπτικών συστατικών σε θεραπευτικές δόσεις, μπορεί να βελτιώσει τη συμπτωματολογία.

Κοινή έλλειψη είναι αυτή του ψευδαργύρου. Ο ψευδάργυρος, είναι απαραίτητος στην ομαλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, του νευρικού συστήματος και στη διατήρηση της ακεραιότητας του εντερικού βλεννογόνου. Συμμετέχει επίσης, στη σύνθεση και έκκριση ουσιών όπως η σεροτονίνη, η ντοπαμίνη και άλλες, που ρυθμίζουν τη λειτουργία του νευρικού συστήματος. Επομένως, η έλλειψη του ενδέχεται να συνδέεται με υπερένταση, δυσκολία στον ύπνο, στη συγκέντρωση και μεγαλύτερη ευαισθησία στον πόνο.

Η έλλειψη αυτού του μεταλλικού στοιχείου, είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί διαιωνίζει τους παθολογικούς μηχανισμούς του συνδρόμου και γιατί επηρεάζει αρνητικά το ψυχογενές υπόβαθρο της νόσου.

Επιπρόσθετα, η έλλειψη ψευδαργύρου, προκαλεί διαταραχή στην κινητικότητα του εντέρου και επηρεάζει αρνητικά την εντερική χλωρίδα, την ικανότητα επούλωσης του βλεννογόνου και τη διαχείριση της φλεγμονής.       

Βιταμίνη D

Η έλλειψη βιταμίνης D είναι κοινό εύρημα στα άτομα με ευερέθιστο έντερο.
Η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία των ισχυρών δεσμών και η χορήγηση της μειώνει την εντερική διαπερατότητα.  

Όλο και περισσότερα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η χορήγηση βιταμίνης D βελτιώνει σημαντικά τα συμπτώματα συμπεριλαμβανομένων του κοιλιακού πόνου, του φουσκώματος, της διάρροιας, της δυσκοιλιότητας και την ποιότητα ζωής, στο σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.   

Συστήνεται όλα τα άτομα με ευερέθιστο έντερο, να ελέγχονται για πιθανή έλλειψη βιταμίνης D. Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature – European Journal of Clinical Nutrition, αναφέρεται ότι η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των περιστατικών, αναμένεται να βοηθηθεί από τη χορήγηση βιταμίνης D, με τη μορφή συμπλήρωσης.

Γλουταμίνη

H γλουταμίνη είναι ένα αμινοξύ. Τα αμινοξέα είναι θρεπτικά στοιχεία που συνθέτουν τις πρωτεϊνες στον οργανισμό. Η γλουταμίνη είναι απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία του εντερικού βλεννογόνου και είναι το πιο σημαντικό καύσιμο για τα εντερικά κύτταρα, αλλά και για τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος.

Παρότι προσλαμβάνουμε γλουταμίνη μέσα από τη διατροφή, το ανθρώπινο σώμα μπορεί υπό κανονικές συνθήκες, να συνθέσει αρκετή ώστε να καλύψει τις περισσότερες από τις ανάγκες του. Ωστόσο, υπό συνθήκες στρες για τον οργανισμό, μπορεί να προκύψει έλλειψη γλουταμίνης, όπως σε:

  • Λοιμώξεις
     
  • Έντονη άσκηση
     
  • Έντονο ψυχογενές στρες
     
  • Ακτινοθεραπεία
     
  • Χημειοθεραπεία
     
  • Σοβαρό τραύμα
     
  • Μετεγχειρητική αποκατάσταση

Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι η χορήγηση γλουταμίνης, μειώνει την εντερική φλεγμονή. Πρόσφατη κλινική μελέτη έδειξε ότι η χορήγηση της, μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά και με ασφάλεια σε περιπτώσεις ευερέθιστου εντέρου, οι οποίες εμφανίστηκαν μετά από εντερική μικροβιακή λοίμωξη.  

Τα θρεπτικά συστατικά πέρα από τη διασφάλιση της επιβίωσης και της ανάπτυξης του ανθρώπινου οργανισμού, διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της ομαλής λειτουργίας του εντερικού βλεννογόνου.

Πολυάριθμες μελέτες έχουν δείξει ότι τα θρεπτικά συστατικά όπως βιταμίνες, προβιοτικά, αμινοξέα, μεταλλικά στοιχεία και λιπαρά οξέα:

  1. Παίζουν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της ακεραιότητας του εντερικού επιθηλίου.
     
  2. Ρυθμίζουν τη λειτουργία του εντερικού επιθηλιακού φραγμού.
     
  3. Ρυθμίζουν την υγιή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος στο έντερο.

Η χορήγηση τους μέσω συμπλήρωσης, βελτιώνει τις δυσλειτουργίες του βλεννογόνου, που υπάρχουν σε ασθενείς με διαταραχές του γαστρεντερικού.


Συμπερασματικά

Το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου είναι μια πολυ-παραγοντική νόσος, που καθιστά ουσιαστικά αδύνατη την επίλυση της μέσω της διαχείρισης ενός μεμονωμένου παράγοντα.

Είναι συχνό, τα άτομα με ευερέθιστο έντερο να προσπαθούν να αποφύγουν κάποια τροφή, αυτό όμως δεν επιδιορθώνει την αλλοίωση της εντερικής χλωρίδας ή δεν εξασφαλίζει ότι άλλες τροφές που θα καταναλώσουν δεν θα περιέχουν κάποιο συστατικό που επιδεινώνει τη συμπτωματολογία τους. Οι πιθανοί συνδυασμοί είναι ουσιαστικά άπειροι και καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την επίτευξη οποιασδήποτε μακροπρόθεσμης βελτίωσης.

Σταδιακά το άτομο, εγκαταλείπει την προσπάθεια να βελτιώσει τη λειτουργία του εντέρου του και αποφασίζει ότι πρέπει να ζει με αυτό.

Σήμερα ωστόσο, το ευερέθιστο έντερο δεν θεωρείται πλέον μια άλυτη κατάσταση και μπορεί με στοχευμένες ιατρικές παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, στη διατροφή και στις ελλείψεις του οργανισμού να επιτευχθεί μακροχρόνια και σημαντική βελτίωση στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.

Dr. Δημήτρης Τσουκαλάς

Photo cover: pexels.com/AndreaPiacquadio 
 

Πηγή: https://www.drtsoukalas.com/eierethisto_entero__spastiki_kolitida_-su-326.html

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin

The New You

Στοιχεία Επικοινωνίας

  • info@female-g.com
  • Κύπρου 11, Χαλάνδρι

Βρείτε μας στα Social Media:

Αφήστε μας ένα μήνυμα