Σαν χθες έφυγε ο «τεράστιος» Μενέλαος Λουντέμης

Ο Μενέλαος Λουντέμης άφησε στον κόσμο μια υπερπολύτιμη διαθήκη. 
Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα, “Ένα παιδί μετράει τ άστρα

📎 «Εκείνο το βράδυ οι λύκοι σώπαιναν, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι».
📎 «Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος».
📎 «Πήχτωνε το βράδυ. Λιγόστεψε κι ο αχός απ’ τα κυπαρίσσια. Ανάψανε οι λαμπάδες τ’ ουρανού. Όλα ήταν γάλα, γάλα λουλάκι και σπίθες. Το ποτάμι μουρμούριζε στον ύπνο του κρυφά παραμιλητά. Το παιδί κείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε.. ολόκληρο το βράδυ. Έγραψε το πιο πικρό, το πιο μεγάλο του παραμύθι. Την αυγή ξεκίνησε. Ήταν παρηγορημένο. Είχε καταφέρει όλη τη νύχτα να μετρήσει τ’ άστρα. Να τα μετρήσει όλα σιγά σιγά ένα ένα. Όλα!Και τα βρήκε σωστά».
📎 «Μια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το ‘βαλε κάτω και το παίδεψε, το ‘πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα ‘πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει από κει, αυτά που του ‘κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ’ τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι «παππούδες» που κάθονται στα γόνατά σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.Μα στο χωριό, που δούλευε  παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλειά. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ’ αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του ‘βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια και, «σε παρακαλώ», του λέει, «αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρ’ το μου. Ε; Πολύ θα σε περικαλέσω, όμως…».Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω… έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του… και του τα ‘δωσε πίσω. «Πάρ’ τα», του λέει. «Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια… μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;…». Το παιδί τρόμαξε. Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια… «Άιντε, άιντε… Σύχασε…», είπε. «Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι. Σύμφωνοι;».Σε τρεις μέρες του ‘φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό απ’ το βαγγέλιο, και του το ‘δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού», λέει στο παιδί. «Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρ’ το εσύ, μην ‘πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε». Το παιδί τ’ άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σαν μικρό σπιτάκι, «Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού» έλεγε το ξώφυλλό του. Αυτό ήταν! Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το ‘μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το ‘χε φέρει, τ’ άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του. Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ’ όποιον ήθελε. Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία».

Με τις φράσεις του αυτές ο Μενέλαος Λουντέμης θα επιχειρήσει να αποδώσει σε ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του, το «Ένα παιδί μετράει τα’ άστρα», που εκδόθηκε το 1956 από τον εκδοτικό οίκο Δίφρο, την ακόρεστη δίψα ενός μικρού παιδιού για μόρφωση και για εξερεύνηση των μυστικών του σύμπαντος μέσα από τον κόσμο των βιβλίων και τον αντίξοο αγώνα του απέναντι στις κοινωνικές ανισότητες και αποκλεισμούς της εποχής του για να τα καταφέρει. Στο πρόσωπο του μικρού αυτού παιδιού θα αποτυπωθεί ο αγώνας του ίδιου του Μενέλαου Λουντέμη και της γενιάς του για κοινωνική δικαιοσύνη και η αναμέτρησή του με τις κοινωνικές αντιξοότητες και ανισότητες της εποχής του.

*Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε το 1912 στην Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας. Τέταρτο παιδί και μοναδικό αγόρι μιας εύπορης οικογένειας, του Γρηγόρη και της Δόμνας Βαλασιάδη (το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτρης Βαλασιάδης). Με τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένεια εγκαταστάθηκε αρχικά, μαζί με άλλους πρόσφυγες, στη Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης. Ένα δυσάρεστο γεγονός -η κλοπή όλων των χρημάτων και των πολύτιμων αντικειμένων τους- έγινε αφορμή για να εγκαταλείψουν τον τόπο. Έζησαν κατόπιν, για δύο χρόνια, στην Αίγινα, για να καταλήξουν εν τέλει στο χωριό Εξαπλάτανος, του νομού Πέλλας. Από μικρός εργάστηκε σκληρά για την επιβίωση: εσώκλειστος υπηρέτης σε σπίτι, βοηθός σε φαρμακείο, πωλητής φρούτων στο σταθμό της Σκύδρας, σε τουβλάδικο κ.α. Ένα χτύπημα στο πόδι και μία σοβαρή ασθένεια τον κράτησαν πολλούς μήνες στο νοσοκομείο. Όταν η υγεία του αποκαταστάθηκε, το παιδί διαπίστωσε πως κούτσαινε ελαφρά από το ένα πόδι, αναπηρία που του έμεινε για όλη του τη ζωή. Παρ’ όλες τις αντιξοότητες, έδειξε από νωρίς την αγάπη του για τη συγγραφή, δημοσιεύοντας κείμενα σε παιδικά περιοδικά της εποχής. Δυστυχώς, η αποβολή του από όλα τα Γυμνάσια της Χώρας (αφορμή κάποιες ερωτικές επιστολές που έστειλε σε μία συμμαθήτριά του, βαθύτερη αιτία οι πολιτικές του πεποιθήσεις υποστηρίζε ο ίδιος), στάθηκε εμπόδιο στη συνέχεια των σπουδών του, που τόσο επιθυμούσε. Περιπλανήθηκε σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας, έκανε διάφορα επαγγέλματα, αλλά δεν σταμάτησε στιγμή να γράφει. Στην παλιά θήκη ενός βιολιού φύλαγε σαν θησαυρό τα χειρόγραφά του, ακόμα κι όταν δεν είχε πού να κοιμηθεί. Πέρασε πολλές κακουχίες και αναποδιές, ποτέ όμως δεν παραιτήθηκε από το όνειρό του: να γίνει συγγραφέας. Το 1938, το Α’ Κρατικό Βραβείο για το έργο του «Τα πλοία δεν άραξαν», άνοιξε για τον Λουντέμη κάποιες πόρτες και το όνειρο άρχισε σιγά σιγά να γίνεται πραγματικότητα. Το 1940 παντρεύτηκε την Έμμυ Μαυρογιάννη (κουμπάρος ο Άγγελος Σικελιανός-καλεσμένος όλος ο πνευματικός κόσμος της εποχής), με την οποία απέκτησε μία κόρη, τη Μυρτώ. Τα σύννεφα όμως εκείνης περιόδου δεν άφησαν την οικογένεια να ευτυχήσει. Η συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση (από τις γραμμές του παράνομου πνευματικού κινήματος της Αριστεράς), στάθηκε καθοριστική για τη ζωή και την πορεία του γάμου τους. Έζησε αρκετά χρόνια εξόριστος σε διάφορα νησιά, με αποκορύφωμα την εξορία του στη Μακρόνησο. Το 1958, με αφορμή μια δήλωσή του στη Στοκχόλμη, του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια, με την αιτιολογία ότι «συκοφάντησε» την Ελλάδα. Πικραμένος εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία. 18 χρόνια έμεινε μακριά από τη χώρα. Αυτή την περίοδο της ζωής του αφοσιώθηκε με πάθος στη συγγραφή (ολοκλήρωσε 30 από τα 49 του βιβλία) και στα ταξίδια (Κίνα, Πολωνία, Βιετνάμ, Ρωσία, Μογγολία, Κορέα κ.α.).Το 1976 δόθηκε το «πράσινο φως» για την επιστροφή του Λουντέμη στην Ελλάδα. Περνώντας τα σύνορα δεν μπορούσε να πιστέψει την υποδοχή που του έγινε. Δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο γνωστό και αγαπητό ήταν το έργο του στους Έλληνες. Οι πολλές και έντονες συγκινήσεις, σε συνδυασμό με τα προβλήματα της καρδιάς του, ήταν και οι λόγοι που ο συγγραφέας, ένα περίπου χρόνο μετά τον ερχομό του στην Ελλάδα, έφυγε από τη ζωή. Ήταν Σάββατο, 22 Ιανουαρίου του 1977. Η καρδιακή προσβολή τον βρήκε μέσα στο αυτοκίνητο, καθώς διέσχιζε τη λεωφόρο Βουλιαγμένης. «Μόνος μέσα στο πλήθος. Όπως ακριβώς και είχε ζήσει».

📎 Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ… Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά,📎 Κείνος που στ’ αληθινά αγαπά το Λαό δε γίνεται ποτέ αρχηγός του, γίνεται υπηρέτης του.📎 Αν είσαι καλός πού ’ναι οι οχτροί σου;📎 Φτηνά τη Λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν.📎 Όλα τα λόγια του θεού είναι καλά. Μόνο, βάρντα, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες.📎 Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά!Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;📎 Το άπλυτο κορμί το πλένεις. Καθαρίζει. Η βρόμικη ψυχή πώς πλένεται; («Αγέλαστη Άνοιξη»)📎 Η φιλία κρατάει μονάχα μια μέρα. Κάθε μέρα πρέπει να της αλλάζεις βρακί.📎 Εάν βυθισθώμεν, ας βυθισθώμεν εις τον ωκεανόν! Ουχί εις την σκάφην!📎 Ένας άνθρωπος που δίνει στο διψασμένο νερό ποτές δεν είναι κακός.📎 Όλες οι συμφορές στον κόσμο απ’ τα παρακάλια έγιναν.📎 Τώρα που χρειάζονταν τα νιάτα, ήρθαν τα γηρατειά…(“Θυμωμένα Στάχυα”)📎 Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων. 📎 Άιντε, ένα χεράκι ακόμη και τη βγάλαμε τη ζωή… Να πάρουν σειρά οι άλλοι.📎 Τι τσινιάρικη φοράδα είν’ αυτή η Ελλάδα και δεν μποράνε να την κάνουν ζάφτι;📎 Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που αποφασίζουν γλήγορα. Σπάζουν εύκολα το κεφάλι τους κι ησυχάζουν.📎 Όλοι είμαστε άνθρωποι. Άνθρωποι που ήρθαμε για να φάμε όχι μόνο το μέλι αλλά και το κεντρί.📎 Στον έρωτα μήπως όλες οι φορές που αγαπούμε δεν είναι πρώτες;
Μενέλαος Λουντέμης 

Κάλλι Παπαχρήστου 

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin