Ο Σαίξπηρ συναντά τη μέλλουσα γυναίκα του

«Πες μου τ’ όνομά σου τώρα».

«Δεν πρόκειται».

«Θα μου το πεις».

Ακουμπά τα χέρια στους ώμους της, κι έπειτα αφήνει τα δάχτυλά του να γλιστρήσουν στα μπράτσα της, κοιτάζοντάς την καθώς ριγεί απ’ το άγγιγμά του.

«Θα μου το πεις», λέει, «όταν φιληθούμε».

Εκείνη γέρνει λοξά το κεφάλι. «Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου», λέει. «Κι αν δε φιληθούμε ποτέ;»

«Κι όμως, θα φιληθούμε».

[…]

Η κοπέλα γέρνει προς το μέρος του. Αφήνει το χέρι του, που είναι πάλι ερεθισμένο, γδαρμένο θαρρείς, σακατεμένο. Χωρίς προειδοποίηση, κολλάει τα χείλη στα χείλη του. Νιώθει την αφράτη, δίδυμη σάρκα, τη σκληράδα των δοντιών της που πιέζουν τα δικά του, το απίθανα λείο δέρμα του προσώπου της. Κι έπειτα η κοπέλα αποτραβιέται.

«Άγκνες με λένε», ψιθυρίζει. Και τ’ όνομα αυτό του είναι επίσης οικείο, κι ας μη γνώρισε άλλη Άγκνες ποτέ στη ζωή του.

[…]

Η κοπέλα ξεγλιστράει απ’ τον χώρο ανάμεσα στο σώμα του και τα ράφια. Ανοίγει την πόρτα και το φως έξω είναι εκτυφλωτικά λευκό, αβάσταχτο. Έπειτα η πόρτα κλείνει με πάταγο στο κατόπι της και μένει μόνος, με το γεράκι, με τα μήλα, με τη μυρωδιά του ξύλου και του φθινοπώρου, και με την ξερή, φτερένια, κρεάτινη οσμή του πουλιού.

Είναι τόσο εμβρόντητος –απ’ το φιλί, απ’ το απόθεμα των μήλων, απ’ τη θύμηση των ώμων της στα χέρια του, απ’ τα σχέδια για το τι θα κάνει στην κατοπινή του επίσκεψη στο Χιούλαντς, απ’ την πλεκτάνη που θα χρειαστεί για να ξεμοναχιάσει πάλι την κοπελιά–, που έχει φτάσει στα μισά του δρόμου για την πόλη, όταν ξάφνου τον κεντρίζει μια σκέψη. Δε λένε ότι η μεγάλη κόρη της φαμίλιας έχει για κατοικίδιο ένα γεράκι;

ΑΜΝΕΤ

Ένα αγόρι, που το πέρασμά του από τη ζωή χάθηκε στη λησμονιά, αλλά το όνομά του έμεινε στην Ιστορία ως ο τίτλος ενός από τα διασημότερα θεατρικά έργα όλων των εποχών, ζωντανεύει από την πένα μιας σπουδαίας συγγραφέως στην καλύτερή της στιγμή.

Αυτή είναι η τρυφερή και αβάσταχτα συγκινητική ιστορία του Άμνετ, που, μια καλοκαιριάτικη μέρα του 1596, στο Στράτφορντ, αναζητά απεγνωσμένα βοήθεια για να σώσει τη δίδυμη αδερφή του, η οποία πέφτει στο κρεβάτι με πυρετό. Κανένας δεν είναι στο σπίτι. Η μάνα τους, η Άγκνες, είναι στον μαγισσόκηπό της, όπου καλλιεργεί βοτάνια, ενώ ο πατέρας τους λείπει στο Λονδίνο για δουλειά. Οι δυο γονείς δεν ξέρουν πως μέχρι το τέλος της εβδομάδας ένα από τα παιδιά τους δε θα είναι πλέον στη ζωή.

Εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα, το βραβευμένο μυθιστόρημα της Μάγκι Ο’Φάρελ αφορά τον δεσμό μεταξύ των διδύμων, έναν γάμο που φτάνει στο χείλος της καταστροφής από το βαρύ πένθος, ενώ, παράλληλα, αφηγείται την ιστορία ενός γερακιού και της κυράς του· των ψύλλων που μπαίνουν σε ένα πλοίο στην Αλεξάνδρεια, και του γιου ενός γαντοποιού, που αψηφά τις συμβάσεις προκειμένου να διεκδικήσει τη γυναίκα που αγαπά.

ΜΑΓΚΙ Ο’ΦΑΡΕΛ

Η ΜΑΓΚΙ Ο’ΦΑΡΕΛ γεννήθηκε στη Βόρεια Ιρλανδία, το 1972, και μεγάλωσε στην Ουαλία και τη Σκοτία. Επιτυχημένη συγγραφέας, έχει εκδώσει το αυτοβιογραφικό αφήγημα I am, I am, I am: Seventeen Brushes with Death, που βρέθηκε στην κορυφή της λίστας των μπεστ σέλερ των Sunday Times, και οκτώ μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων: Όταν έφυγες… (Βραβείο Betty Trask), Το άλλο μισό της καρδιάς μου (Βραβείο Somerset Maugham), Όταν μου κράτησες πρώτη φορά το χέρι (Βραβείο Costa). Για το μυθιστόρημά της ΑΜΝΕΤ τιμήθηκε με το Women’s Prize for Fiction. Ζει στο Εδιμβούργο.

Διαβάστε επίσης:

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin