Λένα Μαντά: «Η γιαγιά σου είναι στα τελευταία της. Ζήτησε να σε δει. Εδώ και δύο μέρες, ούτε ανοίγει τα μάτια της… »

Κοίτα τώρα τι μου έτυχε στα καλά καθούμενα! Κι εσύ,
ρε κοπέλα μου, τι δουλειά έχεις στα Εξάρχεια μεσημεριάτικα; Πιο εύκολα πέρασε ο Μωυσής την Ερυθρά Θάλασσα! Τώρα θαύματα δε γίνονται! Τα αυτοκίνητα δεν είναι θάλασσα να τα κάνει πέρα ο Θεός!»


Δεν του απάντησε… Από την ώρα που μπήκε στο ταξί τού
όχι και τόσο εξυπηρετικού και ευγενικού ταξιτζή, μετάνιωσε
την ώρα και τη στιγμή που δε νοίκιασε ένα αυτοκίνητο από το
αεροδρόμιο, αφού το δικό της ήταν παρκαρισμένο στο γκαράζ
του σπιτιού της. Δεν εμπιστευόταν όμως τον εαυτό της. Η ψυχραιμία την εγκατέλειψε μετά το τηλεφώνημα της μητέρας της,
που της ανακοίνωσε ότι έπρεπε εσπευσμένως να επιστρέψει.
Ακόμη και με τη δουλειά της τα έβαλε που την απομάκρυνε
από το σπίτι της τέτοιες ώρες. Δεκαπέντε μέρες κολλημένη στο
Μόναχο, σε ατέρμονες συζητήσεις με συνεργάτες, στελέχη εταιρειών και αγοραστές, να διαπραγματεύεται για λογαριασμό
της εταιρείας που εκπροσωπούσε. Ευτυχώς που όλα είχαν πάει
καλά ώστε μπόρεσε άμεσα να φύγει, χωρίς να βλάψει την επικερδή συμφωνία που είχε εξασφαλίσει.


Ένα μηχανάκι, του οποίου ο αναβάτης δεν πρέπει να φοβόταν πολύ για τη ζωή του, χώθηκε απρόβλεπτα στο ελάχιστο κενό που δημιουργήθηκε ανάμεσα στο ταξί και στο προπορευόμενο όχημα και ο ταξιτζής φρέναρε απότομα^ το αυτοκίνητο,όχι όμως και το στόμα του, από το οποίο ξεχύθηκε ένα κομπο­λόι από γνωστές αλλά και άγνωστες στην ίδια βρισιές. Θα μπορούσε και να χαμογελάσει με την ευρηματικότητα του οδηγού,
αν το μυαλό της δεν ήταν επικεντρωμένο να μετράει κάθε μέτρο που κατόρθωναν να διανύσουν εξαιτίας της κίνησης. Έτσι
όπως της τα είχε πει η μητέρα της, ίσως να μην προλάβαινε, και
αυτό δεν ήξερε πώς θα το διαχειριζόταν.


«Έλα γρήγορα, Κοραλία!» της είχε πει. «Η γιαγιά σου είναι στα τελευταία της. Ζήτησε να σε δει. Εδώ και δύο μέρες, ούτε ανοίγει τα μάτια της… Ο γιατρός της δε μας έδωσε καμιά ελπίδα…»


«Τι λες, μαμά;» είχε αναφωνήσει εκνευρισμένη. «Πριν από
λίγες μέρες η γιαγιά ήταν μια χαρά και τώρα μου λες ότι πεθαίνει; Από τι;»
«Η καρδιά της, παιδί μου… Έτσι μας είπε ο γιατρός. Και
για μας ήταν αναπάντεχο!»
«Και γιατί δεν την πήγατε στο νοσοκομείο;»
«Στην αρχή, που είχε τις αισθήσεις της, δοκιμάσαμε αλλά
γαντζώθηκε στο κρεβάτι και άρχισε να φωνάζει… Τώρα πια
δεν έχει νόημα. Ο γιατρός της μας είπε να την αφήσουμε να
σβήσει ήσυχα…»


«Θα τρελαθώ! Ρε μάνα, ο γιατρός της γιαγιάς είναι στην ηλικία της! Ξέρει ότι είμαστε στο 2018; Και εσείς όλοι οι υπόλοιποι τι κάνετε; Βλέπετε τη γιαγιά να πεθαίνει; Ο αδελφός μου τρελάθηκε; Ο θείος και τα ξαδέλφια μου;»
«Κοραλία μου, λες να θέλουμε να πεθάνει η γιαγιά; Όμως
έγιναν όλα τόσο γρήγορα…»
«Έρχομαι!»
«Πότε; Να έρθουμε να σε πάρουμε από το αεροδρόμιο…»
«Όποτε βρω εισιτήριο! Και υπάρχουν και ταξί!»
Κόμποι ιδρώτα φάνηκαν στο μέτωπό της. Άκρη δεν είχε βγάλει σε κανένα από τα επόμενα τηλεφωνήματα που έκανε.

Λένα Μαντά, “Το πράσινο φόρεμα¨, εκδ. Ψυχογιός, απόσπασμα

Photo cover:pixabay.com/

Διαβάστε επίσης:

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin