Καλοκαιρινές αναμνήσεις

Πηγαίναμε λοιπόν, όταν ήμουν μικρός, για μπάνια στον Πλαταμώνα. Μας πήγαιναν εκεί η μάνα μου και ο πατέρας μου. Και για κάποια πολλά χρόνια, που δεν υπήρχαν ούτε τα στοιχειώδη χρήματα για να νοικιάσουμε ένα εξοχικό για δεκαπέντε μέρες, μέναμε και απλώναμε κάτι σαν σκηνή με σεντόνια, που τα έδενε με χοντρές τριχιές ο πατέρας μου σε ένα δέντρο κοντά στη βίλα Μοσκώφ, κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή. 

Το τρένο πέρναγε ένα μέτρο πάνω απ’ το κεφάλι μας λίγο πριν χαθεί στη γαλαρία, στο κάστρο του Πλαταμώνα. Στο καθένα απ’ αυτά τα δέντρα λοιπόν έστηνε το «σπιτάκι της» κάποια οικογένεια. Κι ο καθένας ήξερε το δέντρο του και κανένας δεν πήγαινε να μείνει κάτω από το δέντρο του άλλου. Εμείς μέναμε σε μια μουριά, δίπλα στη συκιά οι Χριστοδούλου. Κάπου τριάντα σπιτικά στην παραλία, όσα και τα δέντρα της.

Φτάσαμε λοιπόν εκείνη την Κυριακή με τον «Καρβουνιάρη» και πήγαμε στο δέντρο μας όπως πάνε οι άνθρωποι στο εξοχικό τους. Μπήκαμε στη θάλασσα για μπάνιο και, γυρνώντας για να φάμε, κάποιος είχε πάρει τα κεφτεδάκια μας.

Άρχισε η μάνα μου να φωνάζει, χρησιμοποιώντας τη σιγανή της υποτίθεται φωνή, που αμφιβάλλω αν υπήρξε έστω κι ένα δέντρο που δεν την άκουσε. Την άκουσαν και τα δέντρα της άλλης παραλίας. Πετάξαν τα πουλιά από τα κλαδιά της μουριάς κατατρομαγμένα. «Ήθελα να ’ξερα ποιος πήρε τα κεφτεδάκια και θα μείνουν τα παιδιά μου νηστικά. Αυτός που τα πήρε να τονε πάρει και να τονε σηκώσει, και να τον πλακώσει το δέντρο του».

«Κάτσε κάτω, Ριρίκα», φώναξε ο πατέρας μου. «Και τα κεφτεδάκια φαγώθηκαν και κανένα δέντρο δεν θα πέσει».

«Κι όμως θα πέσει», έλεγε η μάνα μου, «γιατί υπάρχει Θεός και βλέπει».

Σ’ εκείνη την ηλικία δεν ξέρεις τι ακριβώς βλέπει ή δεν βλέπει ο Θεός, αλλά εγώ ως γνήσιο παιδί της μαμάς την πίστεψα. Ο αδελφός μου ο Κώστας πήρε λεφτά απ’ τον μπαμπά κι έτρεξε να πάρει σουβλάκια. Εγώ έμεινα σαν σκοπιά. Μέχρι να νυχτώσει κοιτούσα δεξιά και αριστερά περιμένοντας, από λεπτό σε λεπτό, ένα δέντρο απ’ όλα αυτά της παραλίας να πέσει στο κεφάλι κάποιου. Με πήρε ο ύπνος χωρίς να πέσει το δέντρο. Αντίθετα, απ’ τον αέρα που σηκώθηκε εκείνο το βράδυ, κόντεψε να πέσει σ’ εμάς η μουριά και μας είχανε φάει και τα κεφτεδάκια μας.

Γελάσαμε πολύ εκείνο το μεσημέρι. Δεν ήταν πολλές οι μέρες των διακοπών, αλλά ήταν ωραίες. Απ’ αυτές που τις κρατάει η μνήμη και δεν τις κλοτσάει σαν αφηνιασμένο άλογο…

Είχαν απομείνει λίγες μέρες για να γυρίσουμε Αθήνα. Ήταν Τετάρτη θυμάμαι. Πώς βλέπεις μια ημερομηνία στο κινητό και ξαφνικά σου καρφώνεται σαν ιδιαίτερη. Έτσι τη θυμάμαι.

«Μη φάμε», είπε η Τασούλα. «Πάμε πρώτα εκεί στην παραλία στις πλάκες δίπλα στο Μοναστήρι να κάνουμε ένα μπάνιο και γυρνάμε μετά να φάμε».

Λίγο πριν φτάσουμε στην παραλία, το τηλέφωνο της Τασούλας χτύπησε. Την άκουσα να απαντάει! «Θα επιστρέψουμε σε δέκα μέρες. Δέκα μέρες, ε Λάκη;» Συνέχισε να μιλάει: «Ναι, ναι, τρεις μέρες νωρίτερα νομίζω ότι μπορούμε να το κανονίσουμε να έρθουμε».

«Τι έγινε;» της είπα.

«Τίποτα», μου λέει.

«Θέλουν να κάνουμε τις εξετάσεις για να δούμε πού βρισκόμαστε».

«Και γιατί πρέπει να πάμε τρεις μέρες νωρίτερα;»

«Έτσι το προγραμματίσανε και θέλω να είμαι συνεπής στις μέρες».

Το γέλιο κόπασε μέσα στην εβδομάδα. Σαν να μπήκε μια ομπρέλα που μας σκίασε τον ήλιο. Το ένιωθε κανείς το χρώμα της ομπρέλας.

Ήταν μαύρη. Τετάρτη ήταν η μέρα που τελείωσε εκείνο το πρώτο καλοκαίρι. Οι άλλες εφτά μέρες περάσανε αγκομαχώντας σαν γριές σε ανηφόρα.

βιβλίο λαζόπουλος

Σκηνή 2η

Στις 7.30′ το πρωί, είχαμε πάει να κάνουμε μπάνιο, εκεί κάτω από τον Αϊ-Γιάννη, στις πλάκες.

Έπρεπε να πάω κι εγώ μαζί της, παρότι δεν είναι αυτές οι ώρες που ξυπνάω, για να μπορώ να είμαι δίπλα της, να μπει στη θάλασσα, να βγει και να έχει κάπου να κρατηθεί. Είχε αδυνατίσει πολύ. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν όπως παλιά.

Όταν γυρίσαμε απ’ τη θάλασσα, έφτιαξα εγώ τον καφέ και πήγα κάτω απ’ τα δέντρα φωνάζοντας στα τζιτζίκια να ησυχάσουν. Τα χειροκροτούσα μάλιστα, γιατί είχα δει έναν ηχολήπτη να το κάνει αυτό σ’ ένα γύρισμα που είχα μέρα μεσημέρι σ’ έναν εξωτερικό χώρο με άπειρα τζιτζίκια, και ησύχαζαν.

«Κι ο ταλαντούχος κι ο ατάλαντος με χειροκρότημα ησυχάζουν», της είπα.

«Άσ’ τα», μου είπε. «Φωνάζουν από έρωτα. Ξέρεις καθόλου;»

«Όχι», της είπα. «Το μόνο που ξέρω είναι ότι με νευριάζει αυτός ο ήχος, αλλά παράλληλα με ηρεμεί κιόλας γιατί μου θυμίζει ότι είναι καλοκαίρι».

«Όλο αυτό το τζι-τζι-τζι», μου είπε, «είναι ερωτικό κάλεσμα, αλλά θα πεθάνουν κιόλας στο τέλος του καλοκαιριού και το ξέρουν, και ίσως γι’ αυτό να φωνάζουν τόσο έντονα. Όταν κάνουν έρωτα λοιπόν τα τζιτζίκια, οι προνύμφες μπαίνουν κάτω στο χώμα, και αυτές βγαίνουν μετά από τέσσερα το λιγότερο, δεκαεπτά χρόνια το αργότερο, γίνονται νύμφες κανονικές, ανεβαίνουν στα δέντρα και τα αρσενικά καλούν σε έρωτα τα θηλυκά τζιτζίκια. Και ξέρουν ότι μετά, στο τέλος του καλοκαιριού, δεν θα ζουν. Θα ζήσουν μόνο αυτό το καλοκαίρι. Ό,τι είναι να κάνουν θα το κάνουν μόνο αυτό το καλοκαίρι. Στο τέλος του καλοκαιριού αυτού θα έχουν πεθάνει».

Ξεκίνησα να ακούω τον ήχο των λέξεων αλλιώς, για δευτερόλεπτα μάλιστα άρχισε ο ήχος τους να μου φαίνεται τόσο μυστήρια όμορφος, σαν να μην ήθελα να χαθεί από τ’ αυτιά μου, άλλαξε ο ήχος τους καθώς έμαθα πως θα πεθάνουν στο τέλος του καλοκαιριού.

Και τότε νόμισα πως όλα τα τζιτζίκια άρχισαν να μου φωνάζουν βοήθεια. Μου ήρθε ένα βουβό κύμα λύπης μέσα μου και, μόλις ένιωσα τον κίνδυνο του θανάτου λίγο πριν η στενοχώρια μου ξεπορτίσει, ήρθαν τα λόγια μου να με σώσουν.

«Πάντως», της είπα, «δεν είναι ωραίος ήχος αυτός για να καλείς την τζιτζικίνα σε έρωτα».

«Είναι και ο θάνατος στη μέση», μου είπε. «Έχουν αγωνία γιατί ξέρουν ότι θα πεθάνουν».

«Έτσι ήταν και ο δικός μου ήχος όταν έλεγα αυτές τις μαλακίες για να σε ρίξω; Τζι-τζι-τζι-τζι;» της είπα σαν να μην άκουσα τα λόγια της. Γέλασε.

ΥΓ: Μάθετε περισσότερα για το βιβλίο του Λάκη Λαζόπουλου «Άλλες γυναίκες φοράνε τα φουστάνια σου».

λάκης λαζόπουλος βιβλίο

Photo cover:pixabay.com/Foundry Co 

Διαβάστε επίσης:

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin

The New You

Στοιχεία Επικοινωνίας

Βρείτε μας στα Social Media:

Αφήστε μας ένα μήνυμα