Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες: “Εκατό χρόνια μοναξιά”

«Δεν έχουμε να πάμε πουθενά», είπε. «Θα μείνουμε εδώ, αφού εδώ κάναμε τον γιο μας».
«Δεν έχει πεθάνει κανένας δικός μας ακόμη», είπε εκείνος. «Δεν ανήκεις πουθενά αν δε βάλεις μέσα στη γη δικό
σου άνθρωπο».


Η Ούρσουλα απάντησε με ήρεμη αποφασιστικότητα: «Αν είναι απαραίτητο να πεθάνω για να μείνουμε εδώ, να πεθάνω».
Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία δεν πίστευε πως ήταν τόσο ισχυρή η θέληση της γυναίκας του. Προσπάθησε να τη γοητεύσει με τα μάγια της φαντασίας του, με την υπόσχεση ενός θαυμαστού κόσμου όπου αρκούσε να ρίξεις κάποια μαγικά υγρά στη γη για να δώσουν καρπούς τα φυτά καταπώς τα ήθελαν οι άνθρωποι και όπου πουλιόντουσαν φτηνά κάθε είδους συσκευές για την αντιμετώπιση του πόνου. Η Ούρσουλα όμως
παρέμενε ασυγκίνητη από τις ενοράσεις του.


«Αντί να σκέφτεσαι τις θεότρελες ονειροφαντασίες σου, θα έπρεπε να ασχολείσαι με τα παιδιά σου», απάντησε. «Κοίτα πώς είναι, αφημένα στο έλεος του Θεού, σαν τα γαϊδούρια!»


Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία πήρε κατά γράμμα τις κουβέντες της γυναίκας του. Κοίταξε μέσα απ’ το παράθυρο, είδε τα δυο ξυπόλυτα παιδιά στο ηλιόλουστο περιβόλι κι είχε την εντύπωση ότι εκείνη τη στιγμή άρχιζε η ύπαρξή τους, ότι είχαν συλληφθεί από το ξόρκι της Ούρσουλα.

Κάτι συντελέστηκε τότε μέσα του, κάτι μυστηριώδες και οριστικό, που τον ξερίζωσε από τον τρέχοντα χρόνο και τον έβγαλε ακυβέρνητο σε μια ανεξερεύνητη περιοχή της θύμησης. Ενώ η Ούρσουλα εξακολουθούσε να σκουπίζει το σπίτι, που τώρα ήταν βέβαιη πως δε θα εγκατέλειπε για το υπόλοιπο του βίου της, εκείνος συνέχιζε να παρατηρεί τα παιδιά απορροφημένος, ώσπου μούσκεψαν τα μάτια του, τα σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης του και έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό παραίτησης.


«Λοιπόν», είπε, «πες τους να έρθουν να με βοηθήσουν να βγάλω τα πράγματα από τα κασόνια».
Ο Χοσέ Αρκάδιο, το μεγαλύτερο από τα παιδιά, είχε κλείσει τα δεκατέσσερα. Τετράγωνο κεφάλι, μαλλί αραιό και
σκληρό, ισχυρογνώμων σαν τον πατέρα του. Παρότι έδειχνε ότι θα ψήλωνε και θα γινόταν ρωμαλέος όπως εκείνος, φαινόταν από τότε ότι του έλειπε η φαντασία. Είχε συλληφθεί και γεννηθεί κατά τη διάρκεια της πολύπαθης διάβασης της οροσειράς, πριν από την ίδρυση του Μακόντο, και οι γονείς του ευχαρίστησαν τον Ύψιστο διαπιστώνοντας πως όλα τουτα μέλη ήταν ανθρώπινα.

Ο Αουρελιάνο, το πρώτο ανθρώπινο ον που γεννήθηκε στο Μακόντο, θα έκλεινε τα έξι τον Μάρτιο. Ήταν σιωπηλός και αποτραβηγμένος. Είχε κλάψει
μέσα στην κοιλιά της μάνας του και γεννήθηκε με ανοιχτά τα μάτια. Καθώς του έδεναν τον αφαλό, κούναγε το κεφάλι του πέρα δώθε κοιτάζοντας τα πράγματα στο δωμάτιο κι εξέταζε τα πρόσωπα των ανθρώπων με περιέργεια δίχως σαστιμάρα. Έπειτα, αδιάφορος απέναντι σε όσους πλησίαζαν για να τον γνωρίσουν, κράτησε την προσοχή του επικεντρωμένη στην οροφή από φοινικόκλαρα, που έμοιαζε έτοιμη να καταρρεύσει κάτω από την τρομερή πίεση της βροχής.

Η Ούρσουλα είχε λησμονήσει την ένταση εκείνου του βλέμματος,
ώσπου μια μέρα ο μικρός Αουρελιάνο, στα τρία του χρόνια, μπήκε στην κουζίνα τη στιγμή που εκείνη έβγαζε απ’ τη φωτιά κι έβαζε στο τραπέζι μια κατσαρόλα με βραστό που ζεμάταγε. Το μικρό, που στεκόταν αμήχανο στην πόρτα, είπε: «Θα πέσει». Η κατσαρόλα ήταν τοποθετημένη μια χαρά στο κέντρο του τραπεζιού, αλλά, αμέσως μόλις το ανακοίνωσε ο μικρός, εκείνη ξεκίνησε τη μη αναστρέψιμη πορεία της προς την άκρη του, λες και την έσπρωχνε κάποια εσωτερική δύναμη, και κομματιάστηκε στο πάτωμα.

Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες, “Εκατό χρόνια μοναξιά”, απόσπασμα

Photo cover:pixabay.com/8926 

Διαβάστε επίσης:

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin

The New You

Στοιχεία Επικοινωνίας

Βρείτε μας στα Social Media:

Αφήστε μας ένα μήνυμα