Μαρία Κάλλας: Σαν σήμερα πριν 98 χρόνια γεννήθηκε η απόλυτη πριμαντόνα – Η συνταρακτική ζωή, θεϊκή φωνή και η τεράστια καριέρα

«Πάντοτε αγωνίστηκα για να ζήσω σαν μια κανονική ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά είχα την ατυχία να περιτριγυρίζομαι από ανθρώπους που έκαναν τα πάντα για να με εμποδίσουν».

Σαν σήμερα, 2 Δεκεμβρίου το 1923 γεννήθηκε η σπουδαία Ελληνίδα  Μαρία Κάλλας.

Ήταν κορυφαία Ελληνίδα υψίφωνος του 20ου αιώνα και η πλέον γνωστή παγκοσμίως ντίβα της όπερας. Η υψηλή μπελ κάντο φωνητική τέχνη της, το μεγάλο εύρος της φωνής της και οι ιδιάζουσες υποκριτικές τις ικανότητες έχουν επαινεθεί από πλήθος κριτικών. Το ρεπερτόριό της εκτεινόταν από την κλασική όπερα σέρια και τα μπελ κάντο έργα των Ντονιτσέττι, Μπελίνι και Ροσσίνι, φτάνοντας ως τη μεταγενέστερη όπερα των Βέρντι και Πουτσίνι· στην αυγή της καριέρας της, η Κάλλας τραγούδησε, συν τοις άλλοις, μελοδράματα του Βάγκνερ. Τιμώντας την μουσική και δραματική τέχνη της, το οπερατικό κοινό χαρακτήρισε την Κάλλας ως La Divina («Η Θεϊκή»).

Γεννήθηκε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης από Έλληνες μετανάστες στην Αμερική. Έλαβε την μουσική της εκπαίδευση στην Ελλάδα σε ηλικία δεκατριών ετών και έπειτα εδραιώθηκε στο οπερατικό στερέωμα στην Ιταλία. Περνώντας από τα δεινά του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και αντιμετωπίζοντας μυωπία υψηλού βαθμού που την άφησε σχεδόν τυφλή επί σκηνής, η Κάλλας κατάφερε να διακριθεί ξεπερνώντας πλήθος εμποδίων, μεταξύ των οποίων και η σκανδαλοθηρία του τύπου που συχνά την απεικόνιζε με δυσμενείς όρους. Στα μισά της καριέρας της, μια αισθητική αλλαγή, η σημαντική απώλεια βάρους της καθόρισε τη μετέπειτα σκηνική της παρουσία.

Η Κάλλας έγινε γνωστή στην Ελλάδα κυρίως μέσα από τις αναφορές του τύπου στα αμφιλεγόμενα γεγονότα της επαγγελματικής και προσωπικής της ζωής, όπως η ταραχώδης σχέση της με τον Έλληνα εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση, ωστόσο η καλλιτεχνική της πορεία αποτελεί τη βασική υστεροφημία της. Με τα λόγια του μαέστρου Λέοναρντ Μπερνστάιν, η Κάλλας ήταν «η Βίβλος της Όπερας»· δεκάδες χρόνια μετά τον θάνατο της, παραμένει ο ορισμός της prima donna assoluta («απόλυτη πριμαντόνα») και μία εκ των πιο εμπορικώς επιτυχημένων οπερατικών καλλιτεχνών.

Παιδική ηλικία και μετανάστευση στην Ελλάδα

Η Μαρία Κάλλας γεννήθηκε στο νοσοκομείο Φλάουερ Χόσπιταλ της 5ης Λεωφόρου στο Μανχάταν, στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 από Έλληνες γονείς, τον Γεώργιο Καλογερόπουλο από το Νεωχόρι Ιθώμης Μεσσηνίας (περίπου 1881–1972) και την Ευαγγελία (Λίτσα) Δημητριάδου από τη Στυλίδα Φθιώτιδος (περίπου 1894–1982).Στο πιστοποιητικό γεννήσεώς της αναγράφεται το όνομα Sophie Cecilia Kalos («Σοφία Καικιλία Κάλος»)· ο πατέρας της είχε αρχικώς αλλάξει το οικογενειακό επίθετο σε Κάλος αλλά εν τέλει το μετέτρεψε σε Κάλλας για λόγους ευφωνίας.

Το ζευγάρι αντιμετώπισε από την αρχή πλήθος προβλημάτων, μεταξύ των οποίων και η ασυμφωνία χαρακτήρων· η μητέρα της Κάλλας είχε βλέψεις για κοινωνική ανέλιξη και καλλιτεχνική αναγνώριση, κάτι που στερήθηκε ως νεαρή, ενώ ο πατέρας της είχε πιο περιορισμένες επιθυμίες και μηδαμινό ενδιαφέρον για τις τέχνες. Η γέννηση της πρώτης κόρης του ζεύγους, Υακίνθης (αργότερα «Τζάκι»), το 1917 δεν μείωσε την προβληματικότητα της σχέσης τους, που επιδεινώθηκε σφοδρά όταν το 1922, ο μοναχογιός τους, Βασίλης, πέθανε από μηνιγγίτιδα σε ηλικία μόλις δύο ετών. Έναν χρόνο αργότερα, το 1923, με τη μητέρα της έγκυο, ο πατέρας της Κάλλας αποφάσισε να μεταφέρει την οικογένεια στις ΗΠΑ. Τον Ιούλιο του 1923, έφυγαν για τη Νέα Υόρκη και εγκαταστάθηκαν αρχικώς στην έντονα ελληνική Αστόρια, στο Κουίνς.

Η μητέρα της, που ανέμενε τη γέννηση ενός ακόμα αγοριού, απογοητεύτηκε έντονα όταν της ανακοινώθηκε το φύλο του νεογέννητου παιδιού της, αρνούμενη μάλιστα να το δει επί σειρά τεσσάρων ημερών. Τρία χρόνια αργότερα, το 1926, η Maria Anna Cecilia Sofia Kalogeropoulos («Μαρία Άννα Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου»)βαφτίστηκε χριστιανή στον ορθόδοξο καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος στην Άνω Ανατολική Πλευρά της Νέας Υόρκης.Ένα έτος μετά, ο πατέρας της άνοιξε το δικό του φαρμακείο και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην 192η Οδό του Μανχάταν, στη γειτονιά Ουάσινγκτον Χάιτς. Ανακαλύπτοντας από νωρίς το μουσικό της ταλέντο η μητέρα της την πίεζε να τραγουδά, ενώ ευνοούσε περισσότερο τη μεγαλύτερη αδερφή της, γεγονός που θορυβούσε τον πατέρα της και αναζωπύρωνε τη διαμάχη του ζεύγους. Η καθοδική πορεία του γάμου επισπεύσθηκε και το 1937 η μητέρα της πήρε την ίδια και την αδερφή της και επέστρεψε στην Αθήνα.

Η σχέση με την μητέρα

Η σχέση της Μαρίας με τη μητέρα της συνέχισε να διαβρώνεται κατά την παραμονή τους στην Ελλάδα και στην κορυφή της καριέρας της έγινε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, ειδικά μετά από μια δημοσίευση του περιοδικού Time το 1956 με κεντρικό θέμα τη σχέση αυτή και, αργότερα, με αφορμή το βιβλίο της Λίτσας Δημητριάδη Η κόρη μου η Μαρία Κάλλας (1960). Η Κάλλας κατηγορούσε δημοσίως την μητέρα της ότι την εξανάγκαζε να τραγουδάει, κάτι που οδήγησε στην σταδιακή καταστροφή της παιδικής της ηλικίας:

Η αδερφή μου ήταν λεπτή και όμορφη και φιλική και η μητέρα μου πάντοτε την προτιμούσε. Εγώ ήμουν το ασχημόπαπο, παχουλή και άχαρη και καθόλου δημοφιλής. Είναι άκαρδο να κάνεις ένα παιδί να νιώθει άσχημο και ανεπιθύμητο […]. Δεν θα την συγχωρήσω ποτέ που μού αφαίρεσε την παιδική μου ηλικία. Κατά την διάρκεια όλων των χρόνων που θα έπρεπε να παίζω και να μεγαλώνω, εγώ τραγουδούσα ή έβγαζα λεφτά. Όλα όσα έκανα για εκείνους ήταν κυρίως καλά και όλα όσα έκαναν σε εμένα ήταν κυρίως κακά.

Το 1957, δήλωσε στον ραδιοφωνικό παραγωγό Νόρμαν Ρος Τζούνιορ ότι «θα πρέπει να υπάρξει ένας νόμος ενάντια στον καταναγκασμό των παιδιών να δίνουν παραστάσεις σε μικρή ηλικία. Τα παιδιά πρέπει να έχουν μια υπέροχη παιδική ηλικία. Δεν πρέπει να τους δίνονται υπερβολικά μεγάλες ευθύνες».

Ο βιογράφος Νικόλαος Πετσάλης-Διομήδης αποδίδει την αμαύρωση της εικόνας της Δημητριάδου ως μητέρα στο ότι επεδείκνυε συμπεριφορά μίσους απέναντι στον σύζυγό της παρουσία των παιδιών. Ακόμα, κατά τον σύζυγο της Κάλλας, Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι και βάσει των λεγόμενων της κοντινής της φίλης Τζουλιέτα Σιμιονάτο, η άνεργη μητέρα της την πίεζε να συντροφεύει διάφορους άντρες, κυρίως Ιταλούς και Γερμανούς στρατιώτες, για να φέρνει στο σπίτι χρήματα και φαγητό, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής. Η Σιμιονάτο ήταν πεπεισμένη ότι η Κάλλας «κατάφερε να παραμείνει ανέγγιχτη», ωστόσο η Μαρία ποτέ δεν συγχώρησε την μητέρα της για την συμπεριφορά αυτή, που, κατά την ίδια, ήταν μια μορφή μαστροπείας. Σε μια προσπάθεια βελτίωσης της σχέσης τους, η Κάλλας πήρε την μητέρα της μαζί της κατά την πρώτη της επίσκεψη στο Μεξικό το 1950, αλλά εκεί αναβίωσαν οι παλιές προστριβές, με αποτέλεσμα οι δυο τους να μην ξανασυναντηθούν ποτέ έκτοτε. Αργότερα, με αφορμή ορισμένα υβριστικά γράμματά της, η Κάλλας έληξε δια παντός την επικοινωνία με τη μητέρα της.

Η τεράστια καριέρα

Η Μαρία Κάλλας, η κορυφαία Ελληνίδα υψίφωνος, με τις εμβληματικές ηχογραφήσεις της στη Νόρμα, την Κάρμεν, τη Μήδεια και πολλές άλλες, άφησε ανεξίτηλα το αποτύπωμά της στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό στερέωμα.

Μετά από σειρά εμφανίσεων ως μαθήτρια, η Κάλλας ανέλαβε κάποιους δευτερεύοντες ρόλους στην Εθνική Λυρική Σκηνή με την αρωγή της ντε Ιδάλγο.Το επίσημο επαγγελματικό ντεμπούτο της έγινε κατά τη σεζόν 1940–1941 της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στον μικρό ρόλο της Βεατρίκης στην οπερέτα Βοκκάκκιος του Φραντς φον Σουπέ. Όπως ανέφεραν αργότερα συνάδελφοί της από εκείνη την εποχή, το εργασιακό κλίμα που αντιμετώπισε τότε ήταν αρνητικό. Εντούτοις, η Κάλλας αντιπαρήλθε τις όποιες εχθρότητες και, εν τέλει, ανέλαβε τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο στις 27 Αυγούστου του 1942, εμφανιζόμενη ως Τόσκα στη φερώνυμη όπερα του Πουτσίνι.Κατά τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1943, συμμετείχε στον χορό της ελληνικής όπερας Ο Πρωτομάστορας σε μουσική Μανώλη Καλομοίρη και πλοκή βασισμένη στο ομώνυμο έργο που ο Νίκος Καζαντζάκης είχε συγγράψει το 1908–1909 στο Παρίσι. Τον Ιούλιο του 1943 πρωταγωνίστησε ξανά ως Τόσκα στο Θερινό Θέατρο Πλατείας Κλαυθμώνος. Την άνοιξη του 1944 η Κάλλας επανεμφανίστηκε ως Σαντούτσα στην Καβαλερία Ρουστικάνα στο Θέατρο Ολυμπία, αυτή τη φορά ούσα επαγγελματίας υψίφωνος. Ακολούθησε άλλη μια παραγωγή του Πρωτομάστορα τον Ιούλιο του 1944 στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1944, η Μαρία Καλογεροπούλου, όπως ήταν γνωστή τότε, πρωταγωνίστησε στην όπερα Tiefland («Στον Κάμπο») του Ώυγκεν ντ’ Αλμπέρ. Για την ερμηνεία της κατά την πρεμιέρα της 22ας Απριλίου του 1944, δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές·

Ακόμα, ο έτερος πρωταγωνιστής του έργου, βαρύτονος Ευάγγελος Μαγκλιβέρας περιέγραψε την ερμηνεία της Καλογεροπούλου στο εβδομαδιαίο περιοδικό Το Ραδιόφωνον ως «μια θεατρική ερμηνεία του επιπέδου μιας τραγικής ηθοποιού» με «εξαίρετη φωνή εκθαμβωτικής φυσικής ευφράδειας», ενώ κατά την Αλεξάνδρα Λαλαούνη επρόκειτο για «ένα από εκείνα τα θεόσταλτα ταλέντα που μπορεί κανείς μόνο να τα θαυμάζει». Το έργο Φιντέλιο του Μπετόβεν, στο οποίο η Κάλλας πρωταγωνίστησε ως Λεονόρε, ανέβηκε στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού κατά τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1944, σε μια μεταφορά στην ελληνική γλώσσα. Ο Γερμανός κριτικός Φρίντριχ Χέρτσογκ που παρακολούθησε τις παραστάσεις, ανακήρυξε την Λεονόρε ως «τον μεγαλύτερο θρίαμβο της Κάλλας».

Ακολούθησαν τα έργα Der Bettelstudent («Ο ζητιάνος φοιτητής») του Καρλ Μιλλαίκερ στο Θερινό Θέατρο Λεωφόρου Αλεξάνδρας το Σεπτέμβριο του 1945 όπου η Κάλλας ερμήνευσε τον ρόλο της Λάουρα και άλλη μία παραγωγή του έργου Στον Κάμπο, τον Μάρτιο του 1945, η τελευταία της μονωδού εκείνη την περίοδο. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, η ντε Ιδάλγο συμβούλευσε την Κάλλας να συνεχίσει την καριέρα της στην Ιταλία. Αφού ολοκλήρωσε μια συναυλιακή περιοδεία ανά την Ελλάδα, η Κάλλας προτίμησε να μεταβεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για να συναντήσει τον πατέρα της και να κυνηγήσει τις εκεί ευκαιρίες. Αναχώρησε για την Αμερική στις 14 Σεπτεμβρίου του 1945, έχοντας συμμετάσχει σε 56 παραστάσεις επτά οπερατικών έργων κι έχοντας δώσει 20 ρεσιτάλ. Τιμώντας την θεμέλιο καριέρα της στην Ελλάδα, η Κάλλας δήλωσε αργότερα ότι, χάρη σε αυτήν, το δυσκολότερο κομμάτι της σταδιοδρομίας της ήταν άνευ εκπλήξεων.

Επιστροφή στην Αμερική

Μετά τον γυρισμό της στις Ηνωμένες Πολιτείες και την επανασύνδεση με τον πατέρα της τον Σεπτέμβριο του 1945, η Κάλλας πέρασε από σειρά ακροάσεων. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, η ακρόασή της από τον Έντουαρντ Τζόνσον, διευθυντή της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης, έφερε την προσφορά δύο ρόλων στα έργα Φιντέλιο του Μπετόβεν και Μαντάμα Μπατερφλάι του Πουτσίνι. Κατά τον Τζόνσον, η Κάλλας ήταν «μια εξαιρετική φωνή» που έπρεπε «να ακουστεί πολύ σύντομα στη σκηνή».Ωστόσο η Κάλλας απέρριψε την πρόταση, θεωρώντας τον σωματότυπο που είχε ασύμβατο με την εικόνα της Μπατερφλάι και αρνούμενη να ερμηνεύσει όπερα στα αγγλικά όπως ζήτησε περαιτέρω ο Τζόνσον.

Η σχέση με τον Ωνάση

Το 1957 η κοσμικογράφος Έλσα Μάξγουελ διοργάνωσε ένα πάρτι προς τιμήν της Κάλλας, για να εορτάσουν την επιτυχία της στην Άννα Μπολένα του Ντονιτσέττι. Εκεί, η Μάξγουελ σύστησε την Κάλλας στον Αριστοτέλη Ωνάση. Από τη γνωριμία προέκυψε μία από τις πιο πολυσυζητημένες σχέσεις στην ιστορία. Το 1959, μετά από δέκα χρόνια γάμου, η Κάλλας άφησε τον Μενεγκίνι. Το 1966, απεκδύθηκε την Αμερικανική υπηκοότητά της, ούτως ώστε να διαλύσει και τυπικά τον γάμο της, καθώς, σύμφωνα με τον σχετικό ελληνικό νόμο της εποχής, όποιος γάμος Έλληνα ή Ελληνίδας δεν είχε τελεστεί σε Ορθόδοξη εκκλησία δεν ήταν έγκυρος· εφόσον η Κάλλας είχε παντρευτεί σε Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, ο γάμος της έληξε και νομικώς. Παρά την πιθανή βλέψη της να παντρευτεί τον Ωνάση ή, έστω, να συμβιώσουν κατά αποκλειστικότητα, η σχέση τους, τουλάχιστον η ρομαντική, έληξε δύο χρόνια αργότερα το 1968 όταν εκείνος την άφησε για να παντρευτεί στις 20 Οκτωβρίου του 1968 τη χήρα του δολοφονηθέντος Αμερικανού Προέδρου Τζον Φ. Κέννεντυ εξαπίνης. Ωστόσο, βάσει δημοσιογραφικών πηγών της εποχής, οι δυο τους συνέχισαν να συναντιούνται στο Παρίσι, διατηρώντας μια κάποια σχέση.

Καταβεβλημένος ψυχολογικά από τον θάνατο του γιου του Αλέξανδρου και με την υγεία του βεβαρημένη, ο Ωνάσης εισήχθη στο Αμερικανικό Νοσοκομείο των Παρισίων τον Μάρτιο του 1975. Ένα από τα λίγα πράγματα που πήρε μαζί του ήταν το τελευταίο δώρο που του είχε κάνει η Κάλλας, μια κόκκινη κασμιρένια κουβέρτα Hermès. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης πέθανε στις 15 Μαρτίου του 1975. Είναι βέβαιο ότι ο θάνατος του, αλλά και η δολοφονία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι στις 2 Νοεμβρίου του 1975 στοίχισαν στην Κάλλας, που συνέχισε να ζει απομονωμένη στο διαμέρισμά της στο Παρίσι με μόνη συντροφιά την πιστή οικονόμο της, Μπρούνα Λούπολι και τον μπάτλερ της Φερούτσιο Μετσάντρ.

Ο Θάνατος στο Παρίσι

Η Μαρία Κάλλας πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 16 Σεπτεμβρίου του 1977, σε ηλικία μόλις 53 ετών. Κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης το 1978, ο κριτικός μουσικής και φίλος της Κάλλας Τζον Αρντόιν δέχθηκε την εξής ερώτηση: «Άξιζαν όλα αυτά για την Μαρία Κάλλας; Ήταν μοναχική, δυστυχής και συχνά δύσκολη γυναίκα». Η απάντηση του ήταν μια συνόψιση της ζωής και του έργου της:

Αυτή είναι μια τόσο δύσκολη ερώτηση. Ξέρετε, υπάρχουν φορές που κάποιοι άνθρωποι, συγκεκριμένα άτομα που είναι ευλογημένα και καταραμένα να έχουν ένα εξωπραγματικό δώρο, στους οποίους το δώρο αυτό είναι σχεδόν μεγαλύτερο από το ανθρώπινο ον. Και η Κάλλας ήταν από αυτούς τους ανθρώπους. Ήταν σχεδόν σαν οι επιθυμίες της, η ζωή της, η ίδια της η ευτυχία να ήταν όλα υπόλογα σε αυτό το απίστευτο, απίστευτο δώρο που της δόθηκε, αυτό το χάρισμα που απλώθηκε και μας δίδαξε όλους μας. […] Και πλήρωσε ένα τρομερά δύσκολο και ακριβό τίμημα για την καριέρα αυτή. Δε νομίζω ότι καταλάβαινε πάντοτε τι έκανε ή γιατί το έκανε. Ήξερε ότι είχε μια φοβερή επιρροή στο κοινό και στους ανθρώπους. Αλλά δεν ήταν κάτι που μπορούσε πάντα να ζήσει μαζί του αρμονικά ή ευτυχισμένα. Της είπα κάποτε: «πρέπει να είναι ζηλευτό να είσαι η Μαρία Κάλλας». Και εκείνη απάντησε: «Όχι, είναι φρικτό να είσαι η Μαρία Κάλλας, επειδή συνιστά ζήτημα του να προσπαθείς να καταλάβεις κάτι που δεν μπορείς ποτέ να καταλάβεις πραγματικά». Επειδή δεν μπορούσε να εξηγήσει τι έκανε —όλα γίνονταν από ένστικτο· ήταν κάτι απίστευτα, βαθιά ριζωμένο μέσα της.

Κηδεία και αποτέφρωση

Η κηδεία της έγινε στις 20 Σεπτεμβρίου στον Ελληνορθόδοξο Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνου της οδού Ζωρζ Μπιζέ στο Παρίσι, παρουσία της αδερφής της, Τζάκι, της φίλης της Γκρέις Κέλι του Μονακό και άλλων φίλων της και διάσημων προσωπικοτήτων. Σύμφωνα με κοντινούς της φίλους, η επιθυμία της ήταν να αποτεφρωθεί και οι στάχτες της να σκορπιστούν στο Αιγαίο Πέλαγος, χωρίς να υπάρχει επίσημη ή ανεπίσημη γραπτή καταγραφή της επιθυμίας αυτής. Η σωρός της αποτεφρώθηκε στο Κοιμητήριο του Περ-Λασαίζ, το μεγαλύτερο του μητροπολιτικού Παρισιού. Παρά την αβεβαιότητα αναφορικά με το γνήσιο αυτής της επιθυμίας, αβεβαιότητα που επεσήμανε ο Πετσάλης-Διομήδης αλλά και ο συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος, με διαμεσολάβηση κυρίως της φίλης της, πιανίστας Βάσως Δεβετζή, στις 4 Ιουνίου του 1979, ο τότε Υπουργός Πολιτισμού Δημήτρης Νιάνιας σκόρπισε την τέφρα της από την πυραυλάκατο «Υποπλοίαρχος Τρουπάκης» που έπλεε στα ανοιχτά της Αίγινας.

Κληρονομικά

Η απουσία διαθήκης, απόρροια του ξαφνικού θανάτου της, προκάλεσε διαμάχη για την κληρονομιά της περιουσίας της, που ανερχόταν σε πολλά εκατομμύρια δολάρια. Τα προσωπικά της αντικείμενα εκτέθηκαν σε πλειστηριασμό και η υπόλοιπη περιουσία της διεκδικήθηκε δικαστικά από τον Μενεγκίνι, τη μητέρα και την αδερφή της. Μετά από νομική συμφωνία, η περιουσία της διαμοιράστηκε εξ ημισείας στον Μενεγκίνι και την οικογένειά της.

Δείτε επίσης

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin