Μαλβίνα Κάραλη: “Την έχει αγκαλιά, τη στροβιλίζει. Δεν ζαλίζεται”

Τι θα πουν οι γείτονες, ρωτάει η ηρωίδα.

Τη σηκώνει αγκαλιά, οι γείτονες είναι νεκροί, της λέει. Αντρζέι Ζουλάφσκι.

Πολωνικός εξπρεσιονισμός, κάμερα στην άσφαλτο και σέρνεται. Ψηλός, μαυροντυμένος ήρωας.

Την έχει αγκαλιά, τη στροβιλίζει. Δεν ζαλίζεται.

Οι γείτονες μαζεύουν υπογραφές να διώξουν τη μετανάστρια από το υπόγειο.

Οι γείτονες έχουν ενσωματωμένες γρίλιες στα μάτια. Ενεδρεύουν. Καιροφυλακτούν.

Οι γείτονες διεκδικούν συνελεύσεις για λάμπες διαδρόμου και μυοκτονίες.

Η ηρωίδα του αγαπημένου της βιβλίου απορούσε.

Γιατί ο πατέρας της σε κείνο το ναυάγιο αφέθηκε να πνιγεί.

Γιατί δεν έτρεξε με όσους συνωθούνταν προς τις βάρκες.

Χρόνια αργότερα κατάλαβε.

Ο πατέρας δεν ήθελε κανενός είδους γειτνίαση με άξεστο κόσμο που δέρνει και στριμώχνεται.

Από τη γειτνίαση, από την κοινή βάρκα, προτιμούσε τη γλυκιά, μπλε ανυπαρξία.

Γείτονες-πεθερές.

Έχουν μάτια παντού.

Κάτω από το κρεβάτι.

Πίσω από τον καναπέ.

Περνάνε παχουλούς αντίχειρες πάνω σου, κοιτάζουν το δάχτυλό τους.

Ίχνη σκόνης.

Μαλβίνα Κάραλη, “Σαββατογεννημένη”, απόσπασμα

Photo cover:pixabay.com/Tama66-sicly

Διαβάστε επίσης:

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin