Μάρω Βαμβουνάκη: “Ο θάνατος δεν είναι εκείνο που προσαρμοστήκαμε να νομίζουμε αλλά νικιέται”

Κάτι μέσα μας δε χωράει το μέγιστο γεγονός ότι οι νεκροί ξυπνούν, λύνουν τα λαζάρια τους και βαδίζουν έξω από τον τάφο. Ότι δεν είμαστε κτίσματα με ημερομηνία λήξεως αλλά εν δυνάμει αιώνιοι. Ότι ο θάνατος δεν είναι εκείνο που προσαρμοστήκαμε να νομίζουμε αλλά νικιέται. Ότι είναι κάτι άλλο, σαν πέρασμα, σαν αρχή, σαν άθλος, σαν ζωή. Πως ακόμη κι απ’ αυτή τη ζωή μπορεί να αρχίσει ο πραγματικός θάνατος ή η πραγματική ζωή.

Πως είναι τρόπος. Τρομάζουμε να αλλάξουμε συνήθειες σκέψης και πράξεων, τρομάζουμε να μάθουμε αλλιώς την ψυχή και το σώμα μας, σαν άλλης δυνατότητας ουσίες. Κι έτσι, το ίδιο το βράδυ της Ανάστασης, αμέσως μετά το Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, απωθούμε την πιθανότητα να είναι αυτό, εκτός από παλιός μύθος, αλήθεια που μας αφορά, και καθόμαστε στο εν αφθονία τραπέζι μας, σηκώνοντας τα ποτήρια, κι ανταλλάσσοντας την πιο μίζερη αμπελοφιλοσοφία των νοικοκυραίων: Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν! Γελώντας και καμαρώνοντας για το θάρρος μας να αντιμετωπίζουμε το θάνατο έτσι άνετα, έτσι λεβέντικα και κεφάτα…

Ακούγεται τρελό, αλλά πάρα πολλοί πιστοί του χριστιανισμού διατηρούν δυσπιστία για την Ανάσταση, στο βάθος δεν την αφομοιώνουν. Το δραματικό, συγκινητικότατο έργο των Παθών τελειώνει στο νου τους με το σπαραχτικό ξεψύχισμα του Ιησού στο Σταυρό του Γολγοθά: «Τετέλεσται!» Όντως τετέλεσται. Δακρύζουν κιόλας, πραγματικά συμπάσχουν. Ως εκεί, μάλιστα, το καταλαβαίνουν…

Όλα τα άλλα δε χωρούν στην αντίληψή τους και στις εμπειρίες τους. Άσε που, αν αποδεχθούμε ασυζητητί και με γνήσια πίστη πως ένας νεκρός δεν τελειώνει οριστικά με το θάνατο, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε παντελώς στη στάση ζωή μας, τον τρόπο σκέψης μας, τις συμπεριφορές μας. Θα πρέπει να έρθει ο κόσμος τα πάνω κάτω. Δείχνει πολύ κοπιαστικό και ανατρεπτικό κάτι τέτοιο, καλύτερα να παραμείνουμε στην κλάψα μας πως «Όλα τελειώνουν εδώ», «Τι είναι ο άνθρωπος, ένα τίποτα είναι», «Τι τα θες, εκεί, στο χώμα θα καταλήξουμε όλοι», και όλα όσα κλισέ εκφράζουμε πονεμένα ο ένας στον άλλο στις κηδείες, αφού μάλιστα έχουμε ακούσει μες στο ναό την «εξήγηση» της εκπληκτικής νεκρώσιμης ακολουθίας.

Είναι αφάνταστα ισχυρό πάθος η πνευματική αδράνεια. Όσοι ασχολούνται με ψυχοθεραπείες, παρατηρούν άφωνοι, το πόσο βαριέται ή και φοβάται ένας θεραπευόμενος να αλλάξει το παραμικρό στις συμπεριφορές του, ακόμη και όταν πείθεται πως τούτη η αλλαγή θα ωφελήσει και θα εξελίξει το πρόβλημα για το οποίο ήρθε να τους βρει. Κάτι μέσα του, που η επιστήμη το αποκαλεί «αντίσταση» και η Εκκλησία «δαιμόνιο», παλεύει σθεναρά με νύχια και με δόντια εναντίον της εξέλιξης.

Είναι το πιο κουραστικό, ασφυκτικά κουραστικό εμπόδιο μιας ψυχοθεραπείας. Εκεί παίζονται οι δυσκολότερες μάχες ανάμεσα στον αναλυόμενο και τον αναλυτή, τότε είναι που αρκετοί εγκαταλείπουν από την αρχή την ψυχοθεραπεία τους. Απογοητευμένοι και αγανακτισμένοι ίσως, διότι ήρθαν να συναντήσουν τον αναλυτή ως λυσάρι, ως μάγο, ως καφετζού, όχι ως οδηγό, ως υποστηρικτή, συχνά σιωπηλό, στις ανασκαφές του για αλήθειες και καθαρότητα. Αυτά που τους προτείνει ο ψυχολόγος αργούν, είναι κουραστικά, σχολαστικά, έχουν δουλειά, το χειρότερο: τους αναθέτουν ευθύνες. Το ακόμη χειρότερο: τους βάζουν να αμφισβητήσουν το ίδιο τους το πρόσωπο για το οποίο αυτοί είναι τόσο σίγουροι. Μα για να γλιτώσουν από τις ευθύνες ήρθαν και ξάπλωσαν στο ντιβάνι του. Του λένε κατά κάποιο τρόπο και με άλλα λόγια: «Ανάλαβέ με, σκέψου για μένα, γίνε γονιός μου γιατί θέλω να συνεχίσω να είμαι παιδί. Αν κι εσύ ζητάς να μεγαλώσω, σε αποχαιρετώ… Να μου λείπει!»

Ο κόσμος δε ζητάει, όπως ισχυρίζεται, την αλήθεια, ζητάει να πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες του.

Μάρω Βαμβουνάκη, “Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης”, εκδόσεις Ψυχογιός, απόσπασμα

Photo cover:pixabay.com/sergeitokmakov

Διαβάστε επίσης:

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin