Οι βασικές ενδείξεις της δυσλειτουργίας του ανοσοποιητικού και πως μπορείς να τις αντιμετωπίσεις

Το ανοσοποιητικό σύστημα προστατεύει τον οργανισμό από μικρόβια, ιούς και ξένα στοιχεία. Η διατήρηση ενός αποτελεσματικού ανοσοποιητικού συστήματος είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες για τη διατήρηση της υγείας.

Αποτελείται από κύτταρα που επιτελούν συνεχή επιτήρηση και προστατεύουν το σώμα μας από την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων και την εκδήλωση λοιμώξεων. 

Το ανοσοποιητικό απομονώνει, καταστρέφει και αποβάλλει σε συνεχή βάση αλλοιωμένα  κύτταρα, παθογόνα μικρόβια και ξένα στοιχεία, ώστε να μην διαταραχθεί η υγιής λειτουργία του οργανισμού.

Υπάρχουν πέντε κοινές ενδείξεις που μπορούν να προειδοποιήσουν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα δε λειτουργεί ιδανικά και χρειάζεται ενίσχυση.


1. Ευπάθεια σε ιούς & λοιμώξεις που ο ασθενής χρειάζεται περισσότερο χρόνο απ’ ότι συνήθως για να αναρρώσει

Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας εάν εκδηλώνουμε κρυολογήματα με φτερνίσματα και μπούκωμα, δύο με τρεις φορές το χρόνο. Αυτό είναι στα πλαίσια του φυσιολογικού και οι περισσότεροι άνθρωποι επανέρχονται στο φυσιολογικό σε περίπου μία εβδομάδα.

Αλλά αν κρυολογούμε συνεχώς με συμπτώματα που επιμένουν για εβδομάδες ή αν παθαίνουμε συχνά τροφική δηλητηρίαση, αυτό μπορεί να οφείλεται σε μια υποτονική απόκριση από το έμφυτο ανοσοποιητικό μας σύστημα.

Το έμφυτο ανοσοποιητικό μας σύστημα περιλαμβάνει μηχανισμούς που εμποδίζουν την είσοδο επιβλαβών στοιχείων στο σώμα μας. Είναι η πρώτη γραμμή άμυνας ενάντια σε μικρόβια και ιούς που μπορεί να εισβάλλουν είτε μέσω της αναπνοής είτε με την τροφή ή σε περίπτωση  τραυματισμού.

Το έμφυτο ή εγγενές ανοσοποιητικό σύστημα περιλαμβάνει:

  • Το αντανακλαστικό του βήχα, που βοηθάει την αποβολή στοιχείων που ερεθίζουν ή μολύνουν το αναπνευστικό σύστημα και τον οργανισμό.
     
  • Τους βλεννογόνους που καλύπτουν το εσωτερικό των κοιλοτήτων του οργανισμού και λειτουργούν ως μηχανικός φραγμός για παθογόνα. Επιπρόσθετα, η βλέννη που καλύπτει τους βλεννογόνους, παγιδεύει μικρόβια και μικρά σωματίδια και βοηθάει στην αποβολή τους από το σώμα.
     
  • Τα οξέα του στομάχου και αντιμικροβιακές ουσίες, που σκοτώνουν παθογόνα μικρόβια και τα εμποδίζουν να εισέλθουν μέσω της τροφής και του αέρα.

     

2. Συνεχής κατάσταση στρες

Ορισμένες μορφές στρες μπορεί να είναι ευεργετικές για το ανοσοποιητικού μας και την υγεία μας.

Καταστάσεις που ζορίζουν τον οργανισμό μας για μικρό χρονικό διάστημα, όπως μπορεί να είναι η άσκηση, η νηστεία ή κάποιο σύντομο ψυχογενές στρες, βοηθούν το σώμα μας να ενεργοποιήσει άμεσα τους προστατευτικούς μηχανισμούς του. Εξαιτίας αυτού, το οξύ στρες βοηθά στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος βραχυπρόθεσμα.

Στην αντίθετη άκρη του φάσματος, το χρόνιο στρες μπορεί να προκαλέσει απορρύθμιση και καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος, οδηγώντας σε συχνές λοιμώξεις και κακή ανάρρωση από ασθένειες.

Μελέτες δείχνουν επίσης, ότι τα συχνά επεισόδια στρες φαίνεται να επιδεινώνουν αυτοάνοσα νοσήματα όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ελκώδης κολίτιδα, η ψωρίαση ή ο λύκος και μπορεί να προκαλέσουν εξάρσεις σε αλλεργικές αντιδράσεις, όπως το έκζεμα και το άσθμα[1][2][3][4][5].


3. Ενοχλήσεις από το γαστρεντερικό, καούρες, φουσκώματα, διάρροια

Συμπτώματα όπως καούρες, φουσκώματα, διάρροια είναι συχνά σημεία αλλοίωσης της λειτουργίας του γαστρεντερικού και της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου.

Το εντερικό μικροβίωμα παίζει κεντρικό ρόλο στην άμυνα του οργανισμού και στην ομαλή λειτουργία του ανοσοποιητικού.

Η φυσιολογική χλωρίδα:

  • αποτρέπει την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων
  • έχει άμεση ρυθμιστική δράση στο ανοσοποιητικό σύστημα

Διαταραχές στην εντερική χλωρίδα, συνδέονται με την εκδήλωση συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου, διαταραχές στην κινητικότητα του εντέρου και στην πέψη και στην ανάπτυξη  αυτοάνοσων ασθενειών, όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η νόσος του Crohn.

Η αυξημένη κατανάλωση ζάχαρης, αλκοόλ και υψηλά επεξεργασμένων τροφών, σε συνδυασμό με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D και άλλων μικροθρεπτικών συστατικών, επιβαρύνουν τη λειτουργία του γαστρεντερικού, αλλοιώνουν τη μικροβιακή χλωρίδα και δυσχεραίνουν τον μηχανισμό της πέψης.


4. Αντίσταση στην ινσουλίνη, αυξημένο βάρος, μεταβολικό σύνδρομο

Το μεταβολικό σύνδρομο είναι ένα σύνολο μεταβολικών διαταραχών, με κοινό χαρακτηριστικό την αντίσταση στην ινσουλίνη. Οι ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με μεταβολικό σύνδρομο, έχουν τουλάχιστον τρία από τα ακόλουθα ευρήματα: υπέρταση, αυξημένα επίπεδα ζαχάρου, αυξημένα τριγλυκερίδια, χαμηλή καλή χοληστερίνη (HDL).

Πρόκειται για μια νόσο η οποία δεν έχει συγκεκριμένα συμπτώματα που οδηγούν στη διάγνωσή της. Η διάγνωση γίνεται μέσω εργαστηριακών δεικτών. Δεν υπάρχει μια κατηγορία συμπτωμάτων που βιώνει ο ασθενής, η οποία να οδηγεί σε διάγνωση του συνδρόμου. 

Τα πιο συχνά συμπτώματα του μεταβολικού συνδρόμου είναι:

  • σημαντική μείωση στα επίπεδα ενέργειας
  • αύξηση του σωματικού βάρους
  • εναπόθεση σπλαχνικού λίπους στην περιοχή της κοιλιάς
  • διαταραχές στην έμμηνο ρύση
  • αυξημένος κίνδυνος για ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου, αυτοάνοσου νοσήματος και διαβήτη. 

Η ινσουλίνη είναι μια από τις σημαντικότερες ορμόνες στο ανθρώπινο σώμα. Λειτουργεί σαν κλειδί και επιτρέπει την είσοδο της γλυκόζης (ζάχαρο) στα κύτταρα. 

Πέρα από το ρόλο της στη διατήρηση σταθερών επιπέδων σακχάρου στο αίμα, ρυθμίζει την παραγωγή ενέργειας, τις καύσεις του λίπους και έχει  πολλές ακόμη λειτουργίες. Στην πράξη, όλο σχεδόν το ενδοκρινικό σύστημα ρυθμίζεται από την ινσουλίνη.

Στα άτομα με αντίσταση στην ινσουλίνη, τα κύτταρα τους δεν ανταποκρίνονται σε αυτήν και η γλυκόζη δυσκολεύεται να περάσει στο εσωτερικό τους.

Ως αποτέλεσμα, το σώμα εκκρίνει όλο και μεγαλύτερες ποσότητες ινσουλίνης, που οδηγούν σε δυσλειτουργία του ορμονικού συστήματος, χρόνια φλεγμονή και καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος.

Το μεταβολικό σύνδρομο συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων, είναι ένας από τους κύριους παράγοντες κινδύνου για σοβαρή νόσο COVID-19 και αυξημένη εκδήλωση αυτοάνοσων και καρδιαγγειακών νοσημάτων.


5. Κούραση & χαμηλά επίπεδα ενέργειας που δεν βελτιώνονται με την ανάπαυση

Η έλλειψη ενέργειας και η κούραση συνδέονται με ελλείψεις που επηρεάζουν συνολικά τον οργανισμό και επιβαρύνουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος[6].

Η κόπωση είναι ένα συναίσθημα, που φυσιολογικά εκδηλώνεται κατά τις βραδινές ώρες ή μετά από έντονη σωματική ή πνευματική εργασία και υποχωρεί μετά από επαρκή ύπνο και ξεκούραση.

Ένα από τα πρώτα συμπτώματα που βιώνουν οι άτομα με διαταραχές του ανοσοποιητικού ή με αυτοάνοσο νόσημα, είναι κόπωση που σταδιακά εκδηλώνεται όλο και πιο νωρίς κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Μπορεί να νιώθουμε αρχικά κόπωση κατά τις απογευματινές ώρες αντί για το βράδυ, στη συνέχεια η κούραση εκδηλώνεται στις μεσημεριανές ώρες και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να νιώθουμε ότι ξυπνάμε κουρασμένοι.

Σε αυτό το σημείο αντί για κούραση, που είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα το οποίο εξαλείφεται με την ξεκούραση, μπορεί να βιώνουμε πλέον εξάντληση που εναλλάσσεται με υπερένταση. Αυτό μπορεί να δυσκολεύει να ξεκουραστούμε ικανοποιητικά και να ανακτήσουμε ενέργεια, επιδεινώνοντας την εικόνα.

Το αίσθημα εξάντλησης οφείλεται σε μεταβολικές και ορμονικές διαταραχές που επιδρούν στους μηχανισμούς παραγωγής ενέργειας του οργανισμού.

Οι ελλείψεις αφορούν σε βιταμίνες, μεταλλικά στοιχεία, αντιοξειδωτικά που χρειάζονται για την παραγωγή ενέργειας στα μιτοχόνδρια -κυτταρικά οργανίδια όπου παράγεται η ενέργεια του οργανισμού.

Η έλλειψη μικροθρεπτικών που απαιτούνται για την παραγωγή ενέργειας, αναγκάζει το σώμα να χρησιμοποιήσει εναλλακτικούς τρόπους, όπως είναι η έκκριση αδρεναλίνης και κορτιζόλης. Οι συγκεκριμένες ορμόνες ανήκουν στις ορμόνες του στρες και εκκρίνονται όταν το σώμα μας βρίσκεται σε δυσκολία.

Χρόνια αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης και αδρεναλίνης καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα και αυξάνουν τον κίνδυνο εκδήλωσης λοιμώξεων και αυτοάνοσων νοσημάτων[2].


Όταν η Δυσλειτουργία του Ανοσοποιητικού Γίνεται Χρόνια

Οι ελλείψεις του οργανισμού, ο τρόπος ζωής και η διατροφή, επιδρούν αρνητικά στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Επιδρώντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα, οδηγούν στην ανάπτυξη αυτοάνοσων και χρόνιων νοσημάτων. 

Ανεπάρκειες σε μικροθρεπτικά συστατικά, όπως βιταμίνες, μεταλλικά στοιχεία, αντιοξειδωτικά κ.ά.:

  • Καταστέλλουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Επιδεινώνουν τις φλεγμονές
  • Αυξάνουν την ευπάθεια σε λοιμώξεις
  • Επιδεινώνουν την πορεία χρόνιων ασθενειών, όπως τα αυτοάνοσα, τα καρδιαγγειακά, ο διαβήτης, η παχυσαρκία και τα νοσήματα του αναπνευστικού.

Η οριακή χρόνια έλλειψη θρεπτικών στοιχείων ονομάζεται “κρυμμένη πείνα” και είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες πίσω από κάθε ασθένεια.

Παρά το γεγονός ότι οι ελλείψεις μικροθρεπτικών συστατικών, είναι κοινές και αφορούν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού, συχνά δεν εντοπίζονται.

Αν δε διαχειριστούν οι ελλείψεις και οι μεταβολικές διαταραχές που οδηγούν σε δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού, επιβαρύνεται η υγεία και επιδεινώνεται η πορεία όποιας υπάρχουσας ασθένειας[7].

Μέχρι και λίγα χρόνια πριν, η ακριβής καταγραφή των ελλείψεων και των μεταβολικών διαταραχών σε κάθε άτομο ήταν ιδιαίτερα δύσκολη με τις κλασσικές μεθόδους μέτρησης. Έτσι η διόρθωση τους βασιζόταν σε γενικές οδηγίες που περιορίζονταν σε συστάσεις, όπως η απώλεια βάρους, η άσκηση και η λήψη συμπληρωμάτων διατροφής.

Οι συγκεκριμένες συστάσεις έχουν χαμηλή αποτελεσματικότητα εάν δεν εντοπιστούν οι ανάγκες του οργανισμού με τη διενέργεια εξειδικευμένων εξετάσεων[8][9].

Μια κατηγορία εξειδικευμένων εξετάσεων καλύπτει αυτό το κενό, καθώς το αποτέλεσμα των μετρήσεων συνδυάζει τη γενετική ποικιλομορφία ενός ατόμου, με τις ατομικές επιλογές διατροφής και τρόπου ζωής, που διαμορφώνουν την τρέχουσα κατάσταση της υγείας του.

Ο εντοπισμός και η διόρθωση των ελλείψεων και των μεταβολικών διαταραχών με τη διενέργεια εξειδικευμένων εξετάσεων, μπορεί να αλλάξει ριζικά την πορεία μεγάλου φάσματος ασθενειών ή να προλάβει την εμφάνισή τους.

Ειδικές Εξετάσεις Εντοπίζουν Ελλείψεις & Μεταβολικές Διαταραχές που Επιβαρύνουν τη Λειτουργία του Ανοσοποιητικού Συστήματος

Οι συγκεκριμένες εξετάσεις ονομάζονται μεταβολομικές αναλύσεις. Πρόκειται για ένα επιπρόσθετο διαγνωστικό εργαλείο, που αποτυπώνει με ακρίβεια τη μεταβολική εικόνα του ατόμου και τις ελλείψεις σε μικροθρεπτικά συστατικά[10]

Ο εντοπισμός και η διόρθωση των ελλείψεων, με τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων μικροθρεπτικών συστατικών, βελτιώνει τη συνολική κατάσταση της υγείας, την πορεία λοιμώξεων και χρόνιων προβλημάτων υγείας, όπως τα αυτοάνοσα, τα καρδιαγγειακά, ο διαβήτης και τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος.

Η στοχευμένη διόρθωση των ανεπαρκειών:

  • Ενισχύει τη φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
  • Βελτιώνει τον έλεγχο της φλεγμονής.
  • Μειώνει την ευπάθεια σε λοιμώξεις.
  • Συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση της μεταβολικής κατάστασης.
  • Βελτιώνει την πορεία της νόσου σε αυτούς τους ασθενείς.

Το είδος των αναλύσεων δεν είναι συγκρίσιμο με τις κοινές εργαστηριακές εξετάσεις. Πρόκειται για υψηλά εξειδικευμένες εξετάσεις, που διενεργούνται σε λιγότερα από 10 εργαστήρια παγκοσμίως με πολύ υψηλά στάνταρ.

Στην Ελλάδα διενεργούνται αποκλειστικά στην κλινική μας.

Οι εξετάσεις ανιχνεύουν περισσότερους από 80 δείκτες, που αφορούν:

  • Σε ελλείψεις μικροθρεπτικών συστατικών: ελλείψεις σε βιταμίνη D, βιταμίνη C, σελήνιο, ψευδάργυρο, αντιοξειδωτικά και ωμέγα-3.
     
  • Στο μεταβολισμό των λιπαρών οξέων: η σχέση μεταξύ ωμέγα-3 και ωμέγα-6 λιπαρών είναι σημαντικός δείκτης για την ικανότητα του οργανισμού να διαχειρίζεται τις φλεγμονές, ενώ παράλληλα παίζουν κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της φυσιολογικής απόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος.
     
  • Στην παραγωγή ενέργειας στα μιτοχόνδρια (οργανίδια όπου παράγεται ενέργεια στα κύτταρα)

     
  • Σε δυσχέρεια στο μεταβολισμό των απλών ζαχάρων: κατανάλωση απλών ζαχάρων μεγαλύτερη από αυτή που μπορεί να μεταβολίσει ο κάθε οργανισμός, πυροδοτεί φλεγμονές και είναι σημαντικός δείκτης για τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
     
  • Στην αντίσταση στην ινσουλίνη: Αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης διαταράσσουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού, καταστέλλουν το ανοσοποιητικό ενισχύουν την εκδήλωση χρόνιας φλεγμονής. 
     
  • Στην κατάσταση της μικροβιακής χλωρίδας του οργανισμού: αλλοίωση του μικροβιώματος συνδέεται με επιδείνωση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος και της ικανότητας του να ξεχωρίζει μεταξύ των δικών του ιστών και εξωγενών στοιχείων, όπως παθογόνα μικρόβια και ιοί.

Με τη χρήση των μεταβολομικών αναλύσεων, καταγράφονται με ακρίβεια οι ελλείψεις και οι μεταβολικές διαταραχές που επιβαρύνουν υγεία και επηρεάζουν την πορεία χρόνιων και αυτοάνοσων ασθενειών.

Τέτοια νοσήματα είναι η νόσος του Χασιμότο, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, το σύνδρομο Sjogren, η ψωρίαση, η σκλήρυνση κατά πλάκας, η παχυσαρκία, ο διαβήτης, ο καρκίνος, ο λύκος, η οστεοαρθρίτιδα και άλλα.

Όλο και περισσότερα επιστημονικά στοιχεία επιβεβαιώνουν το γεγονός, ότι η διόρθωση των ελλείψεων του οργανισμού και η αποκατάσταση του μεταβολισμού, μπορούν να αλλάξουν ριζικά την πορεία μεγάλου φάσματος ασθενειών ή να προλάβουν την εμφάνιση τους8,9.

Είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό ότι οι ελλείψεις του οργανισμού και οι μεταβολικές διαταραχές, δεν οφείλονται σε κληρονομικούς παράγοντες, αλλά σε παράγοντες που μπορούν να μεταβληθούν.

Η επιστημονική ομάδα της Metabolomic Medicine®, συστήνει ως στόχο υγείας για το σύνολο του πληθυσμού, τον εντοπισμό των ελλείψεων και τη διόρθωση τους. 

Η βελτίωση της συνολικής μεταβολικής κατάστασης του οργανισμού με την εφαρμογή εντατικής ιατρικής παρέμβασης στον τρόπο ζωής και διατροφής, ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα και λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας, τόσο απέναντι σε λοιμώξεις και ιούς, όσο και στην αντιμετώπιση και πρόληψη χρόνιων προβλημάτων υγείας.

Dr. Δημήτρης Τσουκαλάς

Επιμέλεια Κειμένου: Επιστημονική Ομάδα Metabolomic Medicine

Photo cover:pixabay.com/crlamgeorgia/woman

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin