Πως είναι να μεγαλώνεις με πολλούς παππούδες δίπλα στη θάλασσα

Πιο γρήγορος όμως από αυτόν, πιο γρήγορος απ’ όλο τον κόσμο μαζί ήταν ο μεγάλος πρωταθλητής Φραντσέσκο Μοζέρ. Όλοι στο χωριό Μαντσίνι ήταν φανατικοί οπαδοί του, γιατί ήταν σωματώδης, με γάμπες σαν κορμό πεύκου, ενώ ο εχθρός του –ο εχθρός μας– ο Τζουζέππε Σαρόννι ήταν παμπόνηρος και περίμενε πάντα την τελευταία στιγμή για να πεταχτεί μπροστά απ’ όλους, να ξεκολλήσει από την ομάδα, να ξεφύγει και να κάνει την κίνηση που θα του χάριζε τη νίκη· ο Μοζέρ όμως δεν ήταν καθόλου πονηρός, η συνήθης τακτική του ήταν να σφίγγει τα δόντια για να κάνει δυνατά πετάλι, μέχρι να διαλυθεί.

Όπως εκείνη τη στιγμή, που είχε επιχειρήσει άλλη μία επίθεση, κι εμείς το είχαμε καταλάβει μόνο από τη φωνή του σχολιαστή, γιατί τώρα πια στην οθόνη δε φαινόταν τίποτα, όλα χοροπηδούσαν σαν να γινόταν σεισμός στην κορυφή του Στέλβιο, και τα δέντρα, οι αθλητές και τα ποδήλατα είχαν γίνει ένα μπερδεμένο κουβάρι. Τότε ο θείος Άλντο πετάχτηκε ως την τηλεόραση με μάτια που κόντευαν να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους και της έδωσε μια δυνατή γροθιά στο πάνω μέρος, για να της δώσει να καταλάβει ότι ή θ’ άρχιζε και πάλι να λειτουργεί ή θα την άρχιζε στις μπουνιές.

Η συσκευή όμως ήταν σοβιετική και ξεροκέφαλη όπως εκείνος, κι ο σεισμός στην οθόνη έγινε σαν τρελαμένο μίξερ, ενώ η φωνή του σχολιαστή φώναζε πόσο μοναδική και απίστευτη ήταν η επίθεση του Μοζέρ, πόσο τεράστιος αθλητής ήταν, τι φοβερός ήταν αυτός ο πρωταθλητής, πόσο ήταν η ενέργειά του σ’ αυτό το κομμάτι της διαδρομής, τόσο εντυπωσιακή, που δεν την είχαν ξαναδεί!
Εμείς στο σπίτι δεν τη βλέπαμε ούτε τώρα και τότε ο θείος Άλντο έδωσε κάνα δυο γροθιές ακόμη στην τηλεόραση,
αυτή τη φορά στο πλάι, μετά και πάλι πάνω αλλά πιο δυνατά, η τηλεόραση έκανε έναν θόρυβο που ακούστηκε όπως το κρακ στα κινούμενα σχέδια, όταν κάτι σπάει. Το ένιωσα μέσα μου, σαν να μου είχε σπάσει κάποιο κόκαλο.
Αντίθετα, είχε σπάσει η τηλεόραση.
Μ’ ένα τελευταίο αδύναμο φύσημα σαν μπαλόνι που ξεφουσκώνει, έγινε σκοτεινή και βουβή, κι αντίο ο Ποδηλατικός Γύρος της Ιταλίας.


Ένα δράμα για όλο το χωριό, για εμάς που χάναμε τον αγώνα, για τη μαμά και τη γιαγιά για τις σειρές που παρακολουθούσαν, αλλά κυρίως για τον μπαμπά. Είχε φτάσει κατενθουσιασμένος για τη σημαντική και σοβαρή επιδιόρθωση, μας έδιωξε όλους και πέρασε την υπόλοιπη μέρα αποσυναρμολογώντας κομμάτι κομμάτι την τηλεόραση. Συνέχισε έτσι μέχρι το βράδυ και όλη τη νύχτα. Τα ξημερώματα όμως, όταν έπρεπε να πάει στην κανονική δουλειά του στο υδραγωγείο, ο μπαμπάς βγήκε από το σπίτι της γιαγιάς με
τα μάτια χαμηλά και τα χέρια χωμένα στις τσέπες της τζιν φόρμας, σαν να τα κρατούσε εκεί μέσα τιμωρημένα, και
από το στόμα του βγήκαν δύο κοφτές λέξεις: Δε φτιάχνεται.

Οι δέκα παππούδες, η θάλασσα κι εγώ

Οι δέκα παππούδες, η θάλασσα κι εγώ

Συγγραφέας Genovesi Fabio Εκδόσεις Πατάκη

Photo cover:pixabay.com/DanaTentis/boy

Διαβάστε επίσης:

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin

The New You

Στοιχεία Επικοινωνίας

Βρείτε μας στα Social Media:

Αφήστε μας ένα μήνυμα