Ρίτσαρντ Μπάρτον: Ντοκιμαντέρ στο Netflix ρίχνει φως στην ταραχώδη ζωή και τη θρυλική του καριέρα – Η υιοθεσία, ο αλκοολισμός και ο μυστηριώδης θάνατος

Ένα νέο ντοκιμαντέρ με τίτλο «In from the Cold? A Portrait of Richard Burton» του Netflix ρίχνει φως στη ζωή του διάσημου Ουαλού ηθοποιού, Ρίτσαρντ Μπάρτον σε όσα συνέβησαν πριν γίνει σταρ στο Χόλιγουντ και στην οδυνηρή πορεία του μέχρι το τέλος, στην ταραχώδη ζωή, τη θρυλική καριέρα, την υιοθεσία, τον αλκοολισμό και τον μυστηριώδη θάνατο του…

Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον (Richard Burton) γεννήθηκε στις10 Νοεμβρίου 1925 και πέθανε στις 5 Αυγούστου 1984.

Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον ήταν μια από τις μεγαλύτερες διασημότητες του 20ου αιώνα, καθώς και μια τεράστια παρουσία στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Γεννημένος στον Ρίτσαρντ Τζένκινς το 1925 σε μια οικογένεια εξόρυξης άνθρακα από την Ουαλία, ο Μπάρτον έγινε θεατρικός ηθοποιός στα τέλη της εφηβείας του. Σύντομα ανέπτυξε το σήμα κατατεθέν του την έντονη, λεπτή φωνή και την άψογη παράδοση. Μετά από μια σημαντική ερμηνεία ως Άμλετ στο Old Vic, έγινε γνωστός ως ηθοποιός σε ταινίες όπως “Κλεοπάτρα”, “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;”, “Κάμελοτ”, “Μπέκετ” και “Equus”. Σε πολλές από αυτές τις ταινίες συμπρωταγωνίστησε με τη λαμπερή σύζυγό του, Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Οι δύο γάμοι και τα διαζύγιά τους, καθώς και οι βίαιες διαμάχες και τα πολυτελή τους έξοδα, τροφοδοτούσαν τα ταμπλόιντ με πρωτοσέλιδα για δεκαετίες.

Προτάθηκε επτά φορές για βραβείο Όσκαρ (6 φορές για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου και μια για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου) χωρίς όμως ποτέ να καταφέρει να το κερδίσει. Είχε όμως κερδίσει το Βραβείο της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (BAFTA) το 1966, δύο φορές τη Χρυσή Σφαίρα (το 1953 για τον καλύτερο πρωτοεμφανιζόμενο ηθοποιό και το 1978 για τον καλύτερο ηθοποιό) και Βραβείο Τόνυ για τον καλύτερο ηθοποιό το 1961. Παρά το γεγονός ότι ο ηθοποιός δεν είχε σπουδάσει υποκριτική, ήταν για μια περίοδο ένας από τους καλύτερος και πιο ακριβοπληρωμένους ηθοποιούς του Χόλιγουντ. Οι σημαντικότερές του ταινίες ήταν: Η εξαδέλφη μου Ραχήλ (My Cousin Rachel, 1952), Ο χιτών (The Robe, 1953), Ο Μέγας Αλέξανδρος (Alexander the Great, 1955), Κλεοπάτρα (Cleopatra, 1963), Μπέκετ (Becket, 1964), Ο κατάσκοπος που γύρισε απ’ το κρύο (The Spy Who Came in from the Cold, 1965), Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; (Who`s Afraid of Virginia Woolf?, 1966), Η Άννα των χιλίων ημερών (Anne of the Thousand Days, 1969) και Έκβους (Equus, 1977).

Υπήρξε παντρεμένος πέντε φορές, τις δύο εκ των οποίων με την ηθοποιό Ελίζαμπεθ Τέιλορ, με την οποία είχε μία θυελλώδη σχέση που κοσμούσε συχνά τα πρωτοσέλιδα της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970. Οι δύο ηθοποιοί παντρεύτηκαν πρώτη φορά στο Μόντρεαλ, στις 15 Μαρτίου του 1964, δημιουργώντας ένα από τα πιο διάσημα ζευγάρια στο Χόλιγουντ.

Ο θάνατος της μητέρας του και η “υιοθεσία” από την αδερφή του

Ήταν το δωδέκατο από τα δεκατρία παιδιά στην ουαλόφωνη οικογένεια ενός ανθρακωρύχου και μιας μπαργούμαν σε μια παμπ που ονομαζόταν Miner’s Arms, εκεί που γνώρισε και παντρεύτηκε τον σύζυγό της. Ο πατέρας του ήταν ένας άντρας που έπινε και έπαιζε τζόγο και αργότερα ο Μπάρτον είπε ότι του έμοιαζε πολύ.

Ο Ρίτσαρντ ήταν μόλις δύο ετών όταν η μητέρα του πέθανε, στις 31 Οκτωβρίου, έξι ημέρες μετά τη γέννηση του Γκράχαμ, του δέκατου τρίτου παιδιού της οικογένειας. Μετά τον θάνατο της μητέρας του η μεγαλύτερη αδελφή του Ρίτσαρντ, Σεσίλια, την οποία προσφωνούσε στοργικά «Cis», και ο σύζυγός της Έλφεντ Τζέιμς, επίσης ανθρακωρύχος, τον πήραν υπό την προστασία τους σε μια περιοχή στο Port Talbot, μια σκληρή, βρόμικη χαλυβουργική πόλη.

«Όταν πέθανε η μητέρα μου, η αδελφή μου είχε γίνει μητέρα μου, και περισσότερο μητέρα για μένα από ό,τι θα μπορούσε ποτέ να είναι οποιαδήποτε μητέρα… Ήμουν πολύ περήφανος γι’ αυτήν, Ένιωθε όλες τις τραγωδίες εκτός από τη δική της» έλεγε ο Μπάρτον.

Το πάθος με το αλκόολ

Υπήρξε αλκοολικός στο μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Robert Sellers, «στο απόγειο της μέθης του, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, έπινε τρία με τέσσερα μπουκάλια σκληρού αλκοόλ την ημέρα».

Όταν γύριζε την ταινία «The Klansman» (1974) παραλίγο να πεθάνει από το ποτό και πολλές από τις σκηνές του έπρεπε να γυριστούν με αυτόν καθιστό ή ξαπλωμένο λόγω της αδυναμίας του να σταθεί όρθιος, ενώ μίλαγε ασυνάρτητα. Αργότερα, μετά από χρόνια δεν θυμόταν καν να έχει γυρίσει αυτή την ταινία.

Σύμφωνα με τα ημερολόγιά του έπινε για να γεμίσει το κενό και την ισοπέδωση που του δημιουργούσε η ζωή όταν δεν ήταν στη σκηνή. Στα ίδια ημερολόγια γράφει ότι το αλκοόλ ήταν η αιτία που κατέστρεψε τον γάμο του με την Τέιλορ. Ήταν μια θλιβερή εξέλιξη για έναν άντρα που ήταν γνωστός για τις αθλητικές του ικανότητες και τη δύναμή του.
Η υγεία του κατέρρευσε πολύ νωρίς, από τα 40 του. Έπασχε από αρθρίτιδα, δερματίτιδα, κίρρωση του ήπατος και νεφροπάθεια, αλλά είχε σταθεί αδύνατον να υποβληθεί σε θεραπεία για αλκοολισμό, ενώ κάπνιζε τρία έως πέντε πακέτα τσιγάρα την ημέρα για το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του.

Ακόμα και μετά τον θάνατό του, δημιουργούσε «σκάνδαλα». Όταν τάφηκε στο Σελινί με στίχους του Ντίλαν Τόμας χαραγμένους στο μνήμα του, η χήρα του αγόρασε τον διπλανό τάφο για να μην ταφεί εκεί η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, όπως είχαν πει όταν ήταν μαζί.

Ο θυελλώδης έρωτας με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ

Έζησαν έναν έρωτα από αυτούς που λίγοι άνθρωποι ζουν. Ήταν ένας έρωτας πολύ αληθινός και πολύ σπάνιος για να είναι κινηματογραφικός.

Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον υπήρξε παντρεμένος πέντε φορές, τις δύο εκ των οποίων με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, με την οποία είχε μία θυελλώδη σχέση με όλα της τα χαρακτηριστικά η οποία κοσμούσε συχνά τα πρωτοσέλιδα της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970. Οι δύο ηθοποιοί παντρεύτηκαν πρώτη φορά στο Μόντρεαλ, στις 15 Μαρτίου του 1964, δημιουργώντας ένα από τα πιο διάσημα ζευγάρια στο Χόλιγουντ, χώρισαν το 1974 και ξαναπαντρεύτηταν το 1975 και αυτλη τη φορά κράτησε ένα χρόνο, προτού χωρίσουν οριστικά.

Η σχέση τους ξεκίνησε όταν ο Ρίτσαρντ Μπάρτον έγινε αστέρι πρώτου μεγέθους ως Μάρκος Αντώνιος στο ιστορικό δράμα «Κλεοπάτρα» («Cleopatra», 1963), που σκηνοθέτησε ο Τζόζεφ Μάνκεβιτς και ήταν η πιο ακριβή ταινία που είχε γυριστεί μέχρι τότε. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ερωτεύτηκε σφοδρά την συμπρωταγωνίστριά του Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Και οι δύο ήταν παντρεμένοι τότε, γεγονός που πυροδότησε καταιγισμό δημοσιευμάτων στον διεθνή Τύπο. Και οι δυο χώρισαν τους συζύγους τους και παντρεύτηκαν.

Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον ήταν ο άντρας που εκείνος που τα έδωσε όλα για τον έρωτά του, συναισθηματικά αλλά και υλικά. Τα δώρα που της έκανε άφησαν ιστορία, της είχε αγοράσει από νησί μέχρι το ακριβότερο διαμάντι και να διευκρινίσουμε ότι δεν ήταν πολυεκατομμυριούχος αλλά όλα τα χρήματα που έβγαλε τα χάλασε μαζί της και για εκείνη.

Ένα χαρακτηριστικό γεγονός που αποτυπώνει τι σήμαινε αυτή η σχέση είναι όταν λίγο πριν πεθάνει ο Μπάρτον ζήτησε από την Τέιλορ να πάει στο σπίτι του, στο σπίτι που ζούσε με την τελευταία γυναίκα του. Και εκείνη πήγε και έμεινε δύο μέρες μέχρι που εκείνος πέθανε.. στα χέρια της, στα δικά της χέρια και όχι της γυναίκας του . Αυτό έγινε αρκετά αργότερα γνωστό καθώς ο ίδιος είχε ζητήσει από την Τέιλορ να μην το δημοσιοποιήσει.
Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία στις 5 Αυγούστου 1984 σε ηλικία 59 ετών.

Ο τραγικός θάνατος του Ρίτσαρντ Μπάρτον επιτέλους εξηγήθηκε

Όπως ανέφεραν οι New York Times στη νεκρολογία τους για τον Μπάρτον, η ζωή του σταρ ήταν ασταθής και συχνά δυστυχισμένη. Εκείνο το άρθρο θα σημείωνε ότι σπατάλησε το θαυμάσιο ταλέντο του σε πράγματα που τον κατέστρεψαν σιγά-σιγά – πέντε γάμους, μια σειρά από αποτυχίες στο Χόλιγουντ και, το πιο καταστροφικό, το αλκοόλ.

«Όλη μου η φήμη για ένα δοχείο μπύρα»

Ο Μπάρτον έπινε και ήπιε πολύ. Οι New York Times αναφέρουν ότι θα μπορούσε να αφήσει μακριά “μισό γαλόνι κονιάκ ή 100 proof βότκα κατά τη διάρκεια σκηνικών παραστάσεων”. (Το αλκοόλ επιβραδύνει τους χρόνους αντίδρασης, κάτι που ακούγεται σαν κακά νέα για όποιον παίζει το “The Tempest” μπροστά σε ένα γεμάτο θέατρο. Αλλά η μέτρια χρήση αλκοόλ φαίνεται να βελτιώνει επίσης τη λεκτική δημιουργικότητα.) Σε συνέντευξη στην εκπομπή “Parkinson” του BBC το 1974, ο Burton ισχυρίστηκε ότι είχε περάσει από περιόδους κατά τις οποίες έπινε δύο ή τρία μπουκάλια σκληρό ποτό την ημέρα, αρκετά για να τερματίσει μια κανονική ανθρώπινη ζωή. Αυτές οι περίοδοι χαρακτηρίστηκαν από αυτοκτονική κατάθλιψη. (Η συνέντευξη είναι διαθέσιμη στο YouTube.) Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αναφέρει (ανά Sparknotes) έναν από τους χαρακτήρες του Σαίξπηρ: «Όλη μου η φήμη για μια κατσαρόλα μπύρα…».

Η μάχη του Μπάρτον με το αλκοόλ δεν τελείωσε ποτέ. Το 1981 σταμάτησε εντελώς το ποτό, αποκαλώντας το «χειρότερο από τον καρκίνο». Όμως μέσα σε λίγα χρόνια είχε ξανακυλήσει. Ο εύρωστος πρώην παίκτης του ράγκμπι άρχισε να εμφανίζεται στο κοινό δείχνοντας αδύναμος, με ένα χαλαρό, απογοητευμένο πρόσωπο. Το γεγονός ότι κάπνιζε πάνω από πέντε πακέτα τσιγάρα την ημέρα μάλλον δεν βοήθησε (σύμφωνα με το Buffalo News).

Στις 5 Αυγούστου 1984, ο Burton πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία στην υιοθετημένη χώρα του, την Ελβετία, μια ξαφνική ασθένεια που προκλήθηκε έμμεσα από τα χρόνια καταχρηστικής του κατανάλωσης αλκοόλ. Ήταν μόνο 58 ετών.

Δείτε επίσης

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin