Τι πρέπει να ξέρεις για την υπερσεξουαλική διαταραχή (ΗD) και την ριψοκίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά (SRB)

Τα τελευταία χρόνια, εξετάζεται το αν πρέπει να συμπεριληφθεί η Υπερσεξουαλικότητα στην τελευταία έκδοση του DSM-IV με κάποιες προτάσεις βασισμένες σε διαγνωστικά κριτήρια αλλά μέχρι σήμερα η ψυχιατρική νοσογραφία δεν έχει εξετάσει την Υπερσεξουαλικότητα ως ψυχική διαταραχή αυτή καθαυτή.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι κλινικοί χρησιμοποιούν την κατηγορία «σεξουαλική διαταραχή που δεν προσδιορίζεται διαφορετικά» (NOS) (302.9) για τη διάγνωση της Υπερσεξουαλικής συμπεριφοράς (Kaplan, & Krueger, 2010; APA, 2000).

To DSM αναφέρει « την άλλη καθορισμένη σεξουαλική λειτουργία» (F52.8 13) στην οποία περιλαμβάνεται η κωδικοποίηση μιας σεξουαλικής κατηγορίας που δεν πληροί τα κριτήρια για κάποια συγκεκριμένη Σεξουαλική Διαταραχή και δεν είναι ούτε Σεξουαλική Δυσλειτουργία ούτε Παραφιλία, δίνοντας μια περιγραφή ως «δυσφορίας για το πρότυπο επαναλαμβανόμενων σεξουαλικών σχέσεων και διαδοχικών εραστών οι οποίοι βιώνονται από το άτομο μόνο ως αντικείμενα προς χρήση» (APA, 2000).

Αντίθετα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (World Health Organization) WHO πρόσφατα πρότεινε να συμπεριληφθεί η Υπερσεξουαλικότητα στην τελευταία έκδοση του ICD-11 (International Classification of Diseases), ως Καταναγκαστική διαταραχή σεξουαλικής συμπεριφοράς, (CSBD) (WHO, 2016; Potenza, et. al., 2017).

Αυτό δημιουργεί αναντιστοιχία και διαμάχη για την κλινική και διαγνωστική πράξη. Το 2010, ο Αμερικανός ψυχίατρος, Κafka πρότεινε τα κριτήρια για την ανίχνευση της Υπερσεξουαλικότητας

  • (υπερβολική σεξουαλική δραστηριότητα,
  • επίμονες σεξουαλικές φαντασιώσεις εμμονή στο σεξ της,
  • καταναγκαστικό αυνανισμό,
  • πορνογραφία,
  • σεξουαλική συμπεριφορά με συναινούντες ενήλικες,
  • διαδικτυακό σεξ ή χρήση σεξ μέσω τηλεφώνου, strip-club)

αλλά η American Psychological Association (APA) εξακολουθεί να μην περιλαμβάνει αυτήν την πάθηση ως κατηγορία ψυχικής διαταραχής, αν και η συζήτηση είναι ανοιχτή επί του παρόντος. (Kaplan, & Krueger, 2010; Kafka, 2010; Kraus,, et al., 2018).

Ωστόσο, η αδυναμία διάγνωσης της Υπερσεξουαλικότητας σύμφωνα με τα κριτήρια του DSM-IV δεν σημαίνει ότι αυτή η συνθήκη δεν υπάρχει, αφού αρκετά εμπειρικά δεδομένα και η κλινική πρακτική καταδεικνύει ένα μεγάλο παθολογικό φάσμα που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη σεξουαλική πάθηση (Garcia, & Thibaut, 2010).

Συννοσηρότητα με Άξονα Ι & ΙΙ

Οι διαταραχές (Άξονας Ι-DSM) διάθεσης, άγχους, γνωστικές, διατροφικές, σεξουαλικές διαταραχές η χρήση ουσιών, σεξουαλική δυσλειτουργία και οι διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων, έχουν συσχετιστεί με Υπερσεξουαλική διαταραχή (HD), (Kafka, Hennen, 2002). Μελέτες αναφέρουν ότι το άγχος, η κατάθλιψη ή ο θυμός μπορεί να επηρεάσει τη λήψη σεξουαλικών αποφάσεων με αρνητικούς τρόπους που μπορεί να ενισχύσουν την επικίνδυνη συμπεριφορά (Luciano, 2016).

Οι Διαταραχές του Άξονα ΙΙ, έχουν επίσης σχετιστεί με την ΗD, ιδιαιτέρως οι Cluster B οι οποίες χαρακτηρίζονται από συναισθηματική διαρρύθμιση, παρορμητικότητα και συχνές διαπροσωπικές συγκρούσεις ενώ οι Cluster C (αποφευκτική διαταραχή , εξαρτημένη διαταραχή, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας) χαρακτηρίζονται από έντονο άγχος και φόβο (Black et al., 1997; Raymond, Coleman, & Miner, 2003).

Υπερεξουαλικότητα και άγχος θανάτου.

Η θεωρητική συζήτηση για την Υπερσεξουαλικότητα ξεκίνησε με τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Freud ο οποίος αναγνώρισε την ισχυρή σύνδεση μεταξύ της σεξουαλικής ορμής (Έρωτα) και του ενστίκτου του θανάτου (επιστροφή στην ανόργανη κατάσταση): η σεξουαλική ορμή ενάντια στην ορμή του θανάτου υπέρ της διατήρησης της ζωής.

Από αυτή την φροϋδική οπτική, η Υπερσεξουαλική συμπεριφορά θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει μια ακραία στρατηγική για την αντιμετώπιση της βαθιάς αίσθησης του θανάτου (Freud, 2015; Ciocca, 2018).

Οι Υπερσεξουαλικοί ασθενείς αντιστέκονται σε μεγάλη εσωτερική ταλαιπωρία με υψηλή συχνότητα σεξουαλικών δραστηριοτήτων.

Αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει σε λανθάνουσες μορφές σοβαρής κατάθλιψης, άγχους ή άλλων ψυχοπαθολογικών συνδρόμων. Από αυτή την άποψη, τα υπερσεξουαλικά, τα σεξουαλικά εθισμένα άτομα προσπαθούν να διαχειριστούν (με απορυθμισμένο τρόπο) το άγχος θανάτου μέσω σεξουαλικών δραστηριοτήτων.

Ως εκ τούτου, η ΗD μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστα ως αμυντική συμπεριφορά ενάντια στο άγχος του θανάτου (Watter,. 2018; Ciocca, 2018).

Ο Yalom, αναφέρει ότι οι ανησυχίες για τον θάνατο μπορεί να εκδηλωθούν στην ενασχόληση με τις σεξουαλικές σκέψεις και συμπεριφορές. Ο Becker υποστήριξε ότι μπροστά στον κίνδυνο κρύβεται πάντα ο βασικός φόβος του θανάτου, ένας φόβος που είναι περίπλοκος στην παρουσίασή του και εκδηλώνεται με πολλούς έμμεσους τρόπους.

Για να ξεφύγουν από αυτόν τον δυνητικά παραλυτικό τρόμο μερικοί άνθρωποι μπορεί να χρησιμοποιήσουν ορισμένους αμυντικούς μηχανισμούς, οι οποίοι έχουν σχεδιαστεί για να απομακρύνουν την επίγνωση του θανάτου από τις συνειδητές σκέψεις. Μέσα από το ακραίο σέξ συχνά οι άνθρωποι φθάνουν στα σύμβολα της αθανασίας (Yalom, 2002; Becker, 1973; Yalom, 2015).

Μοντέλο εθισμού/ψυχαναγκασμού

Η σχέση μεταξύ ενστίκτου ζωής και ενστίκτου θανάτου αποκτά μια ειδική διάσταση στον σεξουαλικό εθισμό μέσα από την καταναγκαστική επανάληψη. Ο Coleman περιέγραψε και όρισε την Υπερσεξουαλικότητα ως καταναγκαστική σεξουαλική συμπεριφορά μέσω ενός παραλληλισμού με τη φαινομενολογία της Ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής (OCD), που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενη και παρεμβατική σκέψη και μετά την επανάληψη σεξουαλικών εμπειριών.

Οι σκέψεις και οι εικόνες αποτελούν την ιδεοληψία ενώ η σεξουαλική πράξη συνιστά τον καταναγκασμό. Ωστόσο, αυτός ο ψυχοπαθολογικός μηχανισμός στην Υπερσεξουαλικότητα είναι Εγω-συντονικός (Garcia, & Thibaut, 2010; Coleman,. Raymond, & McBean, 2003).

Μοντέλο παρορμητικότητας

Η παρορμητικότητα στην Υπερσεξουαλική συμπεριφορά θα μπορούσε να περιγράφει ως αποτυχίας αντίστασης στη σεξουαλική ορμή και στην ανικανότητα καθυστέρησης της σεξουαλικής ικανοποίησης.

Το σύστημα ανταμοιβής που σχετίζεται με την εμπειρία ευχαρίστησης ενισχύει την σεξουαλική παρόρμηση. Λόγω των πτυχών απώλειας ελέγχου, η HD έχει αναγνωριστεί ως προγνωστικό επικίνδυνης σεξουαλικής συμπεριφοράς σε μια ποικιλία πληθυσμών (Kuzma, & Black, 2008; WHO).

Ριψοκίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά (SRB)

Η επικίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά είναι μια συμπεριφορά που σχετίζεται με τη σεξουαλικότητα που αυξάνει την ευαισθησία ενός ατόμου σε προβλήματα που σχετίζονται με τη σεξουαλικότητα και την αναπαραγωγική υγεία όπως τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα (Sexually Transmitted Diseases) STD, ο ιός Human Immunodeficiency Virus (HIV), η ανεπιθύμητη και απρογραμμάτιστη εγκυμοσύνη, η άμβλωση και η ψυχολογική δυσφορία.(Tadesse, & Yakob, 2015).

Η ριψοκίνδυνη συμπεριφορά περιλαμβάνει την ύπαρξη περισσότερων του ενός σεξουαλικών συντρόφων, την πρώιμη σεξουαλική έναρξη, την ασυνεπή χρήση προφυλακτικού και τη σεξουαλική επαφή με επαγγελματίες του σεξ.

Επιπλέον, η χρήση ουσιών κατά τη διάρκεια του σεξ μπορεί να εμπλέξει τους νέους σε επικίνδυνες σεξουαλικές συμπεριφορές, καθώς επηρεάζει την κρίση τους. Η χρήση αλκοόλ αναφέρεται από πολλές μελέτες καθώς είναι ένας από τους κοινούς παράγοντες που αυξάνει τον κίνδυνο απόκτησης (Cooper, 2002).

Η Υπερσεξουαλικότητα, ως ψυχιατρική διαταραχή μπορεί να συνδέεται στενά με τον σεξουαλικό κίνδυνο. Οι δυσμενείς προεκτάσεις στην σωματική και ψυχολογική υγεία των ασθενών μπορεί να περιλαμβάνουν την πιθανότητα ανάπτυξης σεξουαλικών μεταδιδόμενων νοσημάτων βλαβών στον διαπροσωπικό ιστό, νομικών εμπλοκών και οικονομικών αδιεξόδων, κοινωνικής απομόνωσης (Brown, & Paxton, 2008; Coverdale & Turbott, 2000; Chanakira, et. al., 2014).

Η κατανόηση του προβλήματος θα μπορούσε να βοηθήσει στην λήψη αποφάσεων για τον σχεδιασμό μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Για τους κλινικούς θα ήταν βοηθητικό ώστε να αποτρέψουν ή να μειώσουν τις πιθανότητες οι ασθενείς να εμπλέκονται σε δυνητικά επιβλαβείς σεξουαλικές συμπεριφορές που επηρεάζουν αρνητικά την υγείας τους, προσδιορίζοντας τον επιπολασμό και τους παράγοντες που σχετίζονται με την SRB.

Ομοίως, για τους ασθενείς θα ήταν βοηθητικό στην συνειδητοποίηση και στην έγκαιρη αντιμετώπιση των καθοριστικών παραγόντων.

Στο πλαίσιο της κατανόησης του προβλήματος εντάσσεται και η σύσταση για πρόσθετες ψυχομετρικές έρευνες σχετικά με το σύμπλεγμα προβλημάτων που σχετίζονται με την υπερβολική σεξουαλική συμπεριφορά για την αντιμετώπιση και θεραπευτική παρέμβαση ενός σημαντικού ψυχιατρικού προβλήματος (Kraus et al., 2018).


Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association. (2000). Quick reference to the diagnostic criteria from DSM-IV-TR (p. 370). Washington, DC: APA.
Becker, E. (1973). The denial of death, New York (The Free Press) 1973.
Black, D. W., Kehrberg, L. L., Flumerfelt, D. L., & Schlosser, S. S. (1997). Characteristics of 36 subjects reporting compulsive sexual behavior. American Journal of Psychiatry, 154(2), 243-249.
Brown, A. P., & Paxton, S. J. (2008). STIs and blood borne viruses: risk factors for individuals with mental illness. Australian Journal of General Practice, 37(7), 531.
Chanakira, E., O’Cathain, A., Goyder, E. C., & Freeman, J. V. (2014). Factors perceived to influence risky sexual behaviours among university students in the United Kingdom: a qualitative telephone interview study. BMC public health, 14(1), 1-7.
Coleman, E., Raymond, N., & McBean, A. (2003). Assessment and treatment of compulsive sexual behavior. Minnesota Medicine, 86(7), 42-47.
Cooper, M. L. (2002). Alcohol use and risky sexual behavior among college students and youth: evaluating the evidence. Journal of Studies on Alcohol, supplement, (14), 101-117.
Coverdale, J. H., & Turbott, S. H. (2000). Risk behaviors for sexually transmitted infections among men with mental disorders. Psychiatric Services, 51(2), 234-238.
Freud, S. (2015). Beyond the pleasure principle. Psychoanalysis and History, 17(2), 151-204.
Garcia, F. D., & Thibaut, F. (2010). Sexual addictions. The American journal of drug and alcohol abuse, 36(5), 254-260.
Kafka, M. P. (2010). Hypersexual disorder: A proposed diagnosis for DSMV. Archives of sexual behavior, 39(2), 377-400.
Kaplan, M. S., & Krueger, R. B. (2010). Diagnosis, assessment, and treatment of hypersexuality. Journal of sex research, 47(2-3), 181-198.
Kraus, S. W., Krueger, R. B., Briken, P., First, M. B., Stein, D. J., Kaplan, M. S., & Reed, G. M. (2018). Compulsive sexual behaviour disorder in the ICD‐11. World
Kuzma, J. M., & Black, D. W. (2008). Epidemiology, prevalence, and natural history of compulsive sexual behavior. Psychiatric Clinics of North America, 31(4), 603-611.
Luciano, M., Sampogna, G., Del Vecchio, V., De Rosa, C., Albert, U., Carrà, G. & Fiorillo, A. (2016). Critical evaluation of current diagnostic classification systems in psychiatry: the case of DSM-5. Rivista di psichiatria, 51(3), 116-121.
Potenza, M. N., Gola, M., Voon, V., Kor, A., & Kraus, S. W. (2017). Is excessive sexual behaviour an addictive disorder?. The Lancet Psychiatry, 4(9), 663-664.
Raymond, N. C., Coleman, E., & Miner, M. H. (2003). Psychiatric comorbidity and compulsive/impulsive traits in compulsive sexual behavior. Comprehensive psychiatry, 44(5), 370-380.
Tadesse, G., & Yakob, B. (2015). Risky sexual behaviors among female youth in Tiss Abay, a semi-urban area of the Amhara Region, Ethiopia. PLoS One, 10(3), e0119050.
Watter, D. N. (2018). Existential issues in sexual medicine: the relation between death anxiety and hypersexuality. Sexual Medicine Reviews, 6(1), 3-10.

World Health Organization. (2016). ICD-11 beta draft (joint linearization for mortality and morbidity statistics). World Health Organization. Retrieved August, 26, 2016.
Yalom, I. D. (2002). The gift of therapy: An open letter to a new generation of therapists and their patients.
Yalom, I. D. (2015). Creatures of a day: And other tales of psychotherapy. Basic Books.

Συγγραφή – Επιμέλεια Άρθρου

Ειρήνη Ρόκα

Σωματική Ψυχοθεραπεύτρια.
Μέλος της PESOPS & EABP.

Πηγή:psychology.gr

Photo cover:pixabay.com/OmarMedinaFilms/couple

Διαβάστε επίσης:

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin

The New You

Στοιχεία Επικοινωνίας

Βρείτε μας στα Social Media:

Αφήστε μας ένα μήνυμα