Κατά τα άλλα, ήταν μικρό, χωρίς πολλές ανέσεις, και φυσικά δεν ήταν το δικό μου σπίτι. Την ακολούθησα με βαριά βήματα.


«Άσε το σκυλάκι στην αυλή».


«Μα…» πήγα να διαμαρτυρηθώ. Η Μία ήταν το σωσίβιό μου. Δεν ήθελα να την αποχωριστώ, όμως έκοψα την
κουβέντα όταν είδα το ύφος της. Η σκυλίτσα μου, φυσικά, άλλο που δεν ήθελε. Με ένα γάβγισμα ξέφρενης χαράς
όρμησε στην αυλή. Προδότρια!


«Αυτό ήταν το δωμάτιο του μπαμπά σου».


Αυτό το καταλάβαμε! Αγορίστικο δωμάτιο. Πλιαχ!


Ξάπλωσα στο κρεβάτι και έκλεισα τα μάτια. Γιατί; Γιατί; Γιατί; Γιατί σε μένα; Γιατί να φύγει η μαμά μου τώρα
που την είχα τόσο ανάγκη; Έσφιξα το σκέπασμα στα χέρια μου και έτριξα τα δόντια. Ένιωσα τους τοίχους να έρχονται καταπάνω μου, έτοιμοι να με συνθλίψουν. Τινάχτηκα και βγήκα έξω από το δωμάτιο. Ήθελα να βρω τη
Μία, να την πάρω αγκαλιά. Έφτασα έξω από την κουζίνα, όταν άκουσα τον μπαμπά μου να λέει:
«Δεν ξέρω τι να κάνω μαζί της. Δε μου μιλάει. Θυμώνει με το παραμικρό. Είναι και το σπίτι… Εκεί όλα θυμίζουν τη Μαρίνα. Έπρεπε να φύγουμε».


Για λίγα λεπτά δε μίλησε κανείς κι εγώ ένιωσα την ανάγκη να επιστρέψω πάλι στο δωμάτιό μου. Την τελευταία
στιγμή με σταμάτησε η φωνή της γιαγιάς μου.
«Θέλει χρόνο. Και οι δυο χρειάζεστε χρόνο».
«Πέρασαν έξι μήνες, μα τα πράγματα, αντί να φτιάξουν,
πάνε από το κακό στο χειρότερο».

Κατά τα άλλα, ήταν μικρό, χωρίς πολλές ανέσεις, και φυσικά δεν ήταν το δικό μου σπίτι. Την ακολούθησα με βαριά βήματα.


«Άσε το σκυλάκι στην αυλή».


«Μα…» πήγα να διαμαρτυρηθώ. Η Μία ήταν το σωσίβιό μου. Δεν ήθελα να την αποχωριστώ, όμως έκοψα την
κουβέντα όταν είδα το ύφος της. Η σκυλίτσα μου, φυσικά, άλλο που δεν ήθελε. Με ένα γάβγισμα ξέφρενης χαρά
όρμησε στην αυλή. Προδότρια!


«Αυτό ήταν το δωμάτιο του μπαμπά σου».
Αυτό το καταλάβαμε! Αγορίστικο δωμάτιο. Πλιαχ!


Ξάπλωσα στο κρεβάτι και έκλεισα τα μάτια. Γιατί; Γιατί; Γιατί; Γιατί σε μένα; Γιατί να φύγει η μαμά μου τώρα
που την είχα τόσο ανάγκη; Έσφιξα το σκέπασμα στα χέρια μου και έτριξα τα δόντια. Ένιωσα τους τοίχους να έρχονται καταπάνω μου, έτοιμοι να με συνθλίψουν. Τινάχτηκα και βγήκα έξω από το δωμάτιο. Ήθελα να βρω τη
Μία, να την πάρω αγκαλιά. Έφτασα έξω από την κουζίνα, όταν άκουσα τον μπαμπά μου να λέει:
«Δεν ξέρω τι να κάνω μαζί της. Δε μου μιλάει. Θυμώνει με το παραμικρό. Είναι και το σπίτι… Εκεί όλα θυμίζουν τη Μαρίνα. Έπρεπε να φύγουμε».


Για λίγα λεπτά δε μίλησε κανείς κι εγώ ένιωσα την ανάγκη να επιστρέψω πάλι στο δωμάτιό μου. Την τελευταία
στιγμή με σταμάτησε η φωνή της γιαγιάς μου.
«Θέλει χρόνο. Και οι δυο χρειάζεστε χρόνο».
«Πέρασαν έξι μήνες, μα τα πράγματα, αντί να φτιάξουν,
πάνε από το κακό στο χειρότερο».

Φιλία με άρωμα λεβάντας

ΣυγγραφέαςΞενοφώντος Γαϊτάνου ΑναστασίαΕκδόσειςΕκδόσεις Πατάκη

Photo cover:pixabay.com/Darkmoon_Art/books

Διαβάστε επίσης: