Ένας ύμνος στην φαντασία και στη συμπόνια

Τη χιλιετηρίδα που προηγήθηκε του 1453, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε είκοσι τρεις φορές, όμως κανένας στρατός δεν κατάφερε να παραβιάσει τα χερσαία τείχη της.
Γέρνει τον κορμό της και παίρνει στα χέρια της τρία αποκόμματα από τον γρίφο που έχει εμπρός της. Το μηχάνημα πίσω της αναβοσβήνει.


Είναι αργά, Κόνστανς, και δεν έχεις φάει όλη μέρα.
«Δεν πεινάω».
Τι λες για ένα ωραίο ριζότο; Ή αρνάκι ψητό με πουρέ; Υπάρχουν ακόμα πολλοί συνδυασμοί γεύσεων που δεν έχεις δοκιμάσει.
«Όχι, σ’ ευχαριστώ, Σίβυλλα». Χαμηλώνει το βλέμμα στο
πρώτο χαρτί και διαβάζει:
Το χαμένο ελληνικό πεζό κείμενο Νεφελοκοκκυγία, έργο του Αντωνίου Διογένη, που αναφέρεται στο ταξίδι ενός βοσκού σε μια ουτοπική πολιτεία στον ουρανό, γράφτηκε πιθανότατα περί τα τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ.


Το δεύτερο γράφει:
Από μια σύνοψη του βιβλίου συντεταγμένη κατά τη βυζαντινή περίοδο περί τον 9ο αιώνα, γνωρίζουμε πως το χειρόγραφο ξεκινούσε με έναν σύντομο πρόλογο όπου ο Διογένης απευθυνόταν στην ασθενή ανιψιά του και δήλωνε πως η κωμική ιστορία που ακολουθεί δεν αποτελεί δική του επινόηση, αλλά πως την είχε ανακαλύψει σε έναν τάφο στην αρχαία πόλη της Τύρου.


Το τρίτο:
Ο τάφος αυτός, έγραφε ο Διογένης στην ανιψιά του, έφερε την επιγραφή Αίθωνας: Έζησε 80 χρόνια ως άνθρωπος, 1 χρόνο ως γάιδαρος, 1 χρόνο ως λαβράκι, 1 χρόνο ως κοράκι. Μέσα στον τάφο, ο Διογένης ισχυριζόταν πως είχε βρει μια ξύλινη κασέλα που πάνω της έγραφε: Ξένε, όποιος κι αν είσαι, άνοιξε και θα ανακαλύψεις κάτι που θα σε καταπλήξει. Όταν άνοιξε την κασέλα, βρήκε είκοσι τέσσερις πινακίδες από κυπαρισσόξυλο, πάνω στις οποίες ήταν γραμμένη η ιστορία του Αίθωνα.


Η Κόνστανς σφαλίζει τα μάτια, βλέπει τον Διογένη να κατεβαίνει στο σκοτάδι του τάφου. Τον βλέπει να περιεργάζεται την παράξενη κασέλα στο φως ενός λύχνου. Ο φωτισμός αποπάνω της, ψηλά στο ταβάνι, χαμηλώνει. Το χρώμα των τοίχων γλυκαίνει, από λευκό γίνεται κεχριμπαρένιο, και η Σίβυλλα
λέει: Σύντομα θα γίνει ΜηΦως, Κόνστανς.


Διασχίζει προσεχτικά τον χώρο ανάμεσα στα χαρτιά που είναι τοποθετημένα στο πάτωμα και παίρνει στα χέρια της ό,τι έχει απομείνει από ένα άδειο σακί κάτω από το κρεβάτι της. Χρησιμοποιώντας τα δόντια και τα δάχτυλά της, σκίζει ένα κενό ορθογώνιο κομμάτι. Τοποθετεί μια μικρή κουταλιά Σκόνη Θρέψης στον εκτυπωτή τροφής, πατά κάποια κουμπιά, και η συσκευή φτύνει ένα σκουρόχρωμο ζουμί μέσα σε ένα μπολ. Ύστερα παίρνει ένα μικρό σωληνάκι πολυαιθυλενίου, την άκρη του οποίου έχει κάνει μυτερή, εμβαπτίζει την αυτοσχέδια πένα της στο αυτοσχέδιο μελάνι της, σκύβει πάνω από το κενό χαρτί και ζωγραφίζει ένα σύννεφο.


Βυθίζει ξανά την πένα της.
Πάνω στο σύννεφο ζωγραφίζει μια καστροπολιτεία, ύστερα μικρές τελείες για τα πουλιά που πετούν γύρω από τους πυργίσκους της. Το δωμάτιο σκοτεινιάζει κι άλλο. Η Σίβυλλα αναβοσβήνει. Κόνστανς, επιμένω πως πρέπει να φας.


«Σ’ ευχαριστώ, δεν πεινάω, Σίβυλλα».

Παίρνει στα χέρια της ένα χαρτί όπου αναγράφεται μια ημερομηνία –20 Φεβρουαρίου 2020– και το τοποθετεί πλάι σε ένα άλλο το οποίο γράφει: Τεύχος Α. Έπειτα τοποθετεί τη ζωγραφιά της συννεφένιας πολιτείας στα αριστερά. Για μια στιγμή, στο φως που φθίνει, τα τρία χαρτιά μοιάζουν να ζωντανεύουν και να αναδίνουν λάμψη.

Νεφελοκοκκυγία

Νεφελοκοκκυγία

Doerr Anthony

Εκδόσεις Πατάκη

Photo cover:pixabay.com

Διαβάστε επίσης:

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin