Αύγουστος Κορτώ: “Είναι ανθρώπινο να προδίδεις όσους έφυγαν πριν από σένα”

Τι συμβαίνει στ’ αλήθεια όταν ορκίζεσαι; Χτίζεται άραγε αυτομάτως στο μυαλό σου μια πόρτα, που δεν
πρέπει ν’ ανοίξει; Αλλά τι νόημα έχει μια πόρτα για πάντα κλειστή; Η πίστη, η προστασία πρέπει να ’χουν
ένα άνοιγμα – να μπορείς να μπαινοβγαίνεις.


Μπορεί να ’ναι απλώς μια σοβαρή υπόσχεση, ένας κοινωνικός, καθωσπρέπει σπασμός μπροστά σε μια
σημαντική απόφαση: δίνεις τον όρκο και γίνεσαι σύζυγος, μάρτυρας υπεράσπισης, γιατρός. Ο ίδιος ο
μέλλοντας είναι σαν όρκος: Θα σηκωθώ νωρίς. Θα γιορτάσουμε παρέα. Θα σ’ αγαπώ παντοτινά.

Όμως το μέλλον είναι άγνωστο – πώς να μην το παραβείς; Κι εμείς οι τρεις ορκιζόμασταν με την παραμικρή αφορμή, σαν μέλη μυστικής αδελφότητας – μπορεί να μη χορταίναμε το φαΐ, τη στοργή, τη σιγουριά, αλλά ήμασταν σκασμένοι από μεγάλα λόγια, δικής μας επινόησης.

Το γεγονός ότι επί χρόνια αθετούσαμε τις πιο βαριές δεσμεύσεις, απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό, μας έριχνε στους πομπώδεις, αυτοσχέδιους όρκους με ακόμα μεγαλύτερη μανία, σαν τον άπιστο άντρα που σφιχταγκαλιάζει τη γυναίκα του την ώρα που εκείνη κοιμάται, και μονολογεί πως ναι, μα τον Θεό, δεν έχει μάτια για άλλη

Έξι ιδρωμένες παλάμες, τρία ματωμένα δάχτυλα, τρεις σιγανές φωνές στο μισοσκόταδο – μα απόμειναν μονάχα τα δικά μου. Και πώς να παζαρέψεις με τους νεκρούς; Πώς να σας πω, Ο όρκος –η ζωή μου– έχασε το νόημά του όταν σβήσατε;

Πώς να σας το φέρω με το μαλακό ότι έκτοτε έχω δώσει ένα σωρό άλλες υποσχέσεις; Ο σεβασμός στον πεθαμένο
είναι σαν να σκεπάζεις με κουβέρτα το μάρμαρο, σαν να κρατάς αναμμένο το καντήλι του τάφου για
να βρει τον δρόμο του γυρισμού. Δεν μπορείτε πια να μου θυμώσετε, να μου κρατήσετε μούτρα – έπειτα από τόσα χρόνια, μετά βίας θυμάμαι τις παιδικές μας φάτσες, τις εκρήξεις, τους καβγάδες μας, εκείνη την οργή που καμωνόταν το αμίλητο άγαλμα κι ωστόσο ξεφούσκωνε σαν άδετο μπαλόνι.

Είναι ανθρώπινο –αντανακλαστικό της ψυχής– να προδίδεις όσους έφυγαν πριν από σένα, τους προγόνους
– κι εσείς, παντοτινά εικοσάρηδες, έχετε γίνει τώρα, που κοντεύω τα σαράντα πέντε, οι μόνοι αληθινοί μου πρόγονοι.

Όταν κοιμούνται οι φίλοι μου,  Κορτώ Αύγουστου, εκδόσεις Πατάκη, απόσπασμα

Photo cover:pixabay.com/Steven Iodice

Διαβάστε επίσης:

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin