Ένα έργο που κάνει θραύση στο νεαρό αναγνωστικό κοινό

Στην εποχή μας δεν είναι παράξενο ένα έργο που θεωρείται κλασικό να κάνει θραύση στο νεαρό αναγνωστικό κοινό, αυτό που προκαλεί εντύπωση όμως είναι η ένταση του φαινομένου που παρατηρείται τελευταία.

Στην περίπτωση των έργων του Osamu Dazai οι ήρωες έχουν φτάσει να αποτελούν έμπνευση για manga ιστορίες, που σημειώνουν μάλιστα μεγάλη επιτυχία. Για ποιον λόγο όμως συμβαίνει αυτό;

Στη σειρά Sayonara Zetsubou Sensei, ο πρωταγωνιστής Nozomu Ithoshiki, είναι βασισμένος στον πρωταγωνιστή του Dazai.

Ο Osamu Dazai, ψευδώνυμο του Tsushima Shūji (19 Ιουνίου 1909, Κανάγκι, Αομόρι-13 Ιουνίου 1948, Τόκιο), ήταν ένας μυθιστοριογράφος που αναδείχθηκε στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως η λογοτεχνική φωνή της εποχής του. Γεννημένος στη βόρεια Ιαπωνία, έκτος γιος ενός πλούσιου γαιοκτήμονα και πολιτικού, ο Dazai ανατρέχει συχνά στο παρελθόν του για να αντλήσει υλικό για τη μυθοπλασία του. Η ζοφερότητα που χαρακτηρίζει τα έργα του διανθίζεται με ένα πολύ ιδιαίτερο χιούμορ με αποτέλεσμα να δημιουργείται στον αναγνώστη η αίσθηση μιας βαθιάς ειρωνείας.

Ο Dazai έγραψε σε μια εποχή κατά την οποία οι παραδοσιακές αξίες αμφισβητούνταν. Έτσι, χρειάστηκε να παλέψει σκληρά με την τέχνη του, ώστε να ανακαλύψει τα όριά του. Λίγο μετά τη δημοσίευση του βιβλίου Ningen shikkaku (Όχι πια άνθρωπος, 1948) και μετά από αρκετές αποτυχημένες απόπειρες, o Dazai αυτοκτόνησε, αφήνοντας πίσω του ένα ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα με τον δυσοίωνο τίτλο Αντίο.

Το Όχι πια άνθρωπος αφηγείται την ιστορία του Όμπα Γιόζο, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του ελαττωματικό άνθρωπο. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο και η ιστορία παρουσιάζεται με τη μορφή προσωπικού ημερολογίου, μια προσπάθεια του συγγραφέα να μας κάνει να ταυτιστούμε με τον ήρωα, μια πρόσκληση να μπούμε στο μυαλό του.

Ο Osamu Dazai

Η ιστορία ξεκινά με την αφήγηση ενός μυθιστοριογράφου που εξετάζει τη ζωή του Γιόζο μέσα από προσωπικές του φωτογραφίες και ημερολόγια. Από αυτά τα στοιχεία ο αφηγητής αποκομίζει μια εντύπωση ενός φαινομενικά ευτυχισμένου αγοριού και μετέπειτα ενός φυσιολογικού άντρα, του οποίου όμως η εικόνα δημιουργεί παράλληλα «μια αίσθηση πλήρους τεχνητότητας». Όπως καταλήγει στον πρόλογο: «Δεν έχω ξαναδεί τόσο ανεξιχνίαστο πρόσωπο σε άνθρωπο». Αυτή η παράδοξη αναντιστοιχία μεταξύ της εξωτερικής εμφάνισης και της κυρίως ουσίας του ανθρώπου αποδίδεται μέσα από τη σύγχρονη τέχνη της φωτογραφίας, η οποία αποκαλύπτει την οντολογία μέσω μιας τεχνολογικής διαδικασίας, χωρίς την παρέμβαση της ευαισθησίας του καλλιτέχνη, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στη ζωγραφική. Πρόκειται αναμφίβολα για μια απολύτως ταιριαστή εισαγωγή σε ένα μυθιστόρημα που δεν αφήνει ανεπηρέαστη καμία πτυχή του ανθρώπου.

Η ιδιότυπη αφήγηση του κεντρικού ήρωα αρχίζει μόνο αφότου διαπιστωθεί ότι υπάρχει πράγματι κάτι παράξενο –όχι ακριβώς ανθρώπινο– πάνω του.  Από νεαρή ηλικία ο Γιόζο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κάτι διαφορετικό από τον άνθρωπο· είναι εντελώς αποκομμένος από τα φυσιολογικά συναισθήματα και τις ανάγκες, ισχυριζόμενος ακόμη και αδυναμία να νιώσει πείνα. Χωρίς λοιπόν καμία ενσυναίσθηση, χωρίς κανένα αίσθημα ευτυχίας ή θλίψης, αμφισβητεί τις γνήσιες προθέσεις των άλλων: «Αν οι γείτονές μου καταφέρνουν να επιβιώνουν χωρίς να αυτοκτονούν, χωρίς να τρελαίνονται, διατηρώντας το ενδιαφέρον τους για τα πολιτικά κόμματα, μην υποκύπτοντας στην απελπισία, συνεχίζοντας αποφασιστικά τον αγώνα για την ύπαρξη, μπορεί η θλίψη τους να είναι πραγματικά γνήσια».

Το Όχι πια άνθρωπος χωρίζεται σε τρία κεφάλαια, καθένα από τα οποία αντιστοιχεί σε μια περίοδο της ζωής του Γιόζο. Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο κεφάλαιο περιγράφεται λεπτομερώς η παιδική του ηλικία, όταν ένιωθε μονίμως παρεξηγημένος και αποξενωμένος, γεγονός που τον ανάγκασε να υιοθετήσει ένα στιλ γελωτοποιού, ώστε να μπορέσει να ενταχθεί σε ένα σύνολο που δεν κατανοούσε, κρύβοντας τον πόνο του πίσω από το προσωπείο του κλόουν. 

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης στην Ιαπωνία.

«“Όσο μπορώ και κάνω τους άλλους να γελάνε, αδιάφορο πώς”», σκεφτόμουν, “θα είμαι εντάξει. Αν το πετύχω αυτό, το πιθανότερο είναι ότι κανένας δεν θα νοιάζεται και πολύ για την αποστασιοποίησή μου από τη ζωή του. Το ένα πράγμα που πρέπει να αποφύγω είναι να φανώ προσβλητικός: θα είμαι το τίποτα, ο άνεμος, ο ουρανός”. Η δράση μου ως γελωτοποιού, ενός ρόλου γεννημένου από απόγνωση, επεκτεινόταν μέχρι και τους υπηρέτες, τους οποίους φοβόμουν περισσότερο κι από την οικογένειά μου, αφού τους έβρισκα εντελώς ακατανόητους».

Σημείο καμπής και ένα από τα πιο δυνατά χαρακτηριστικά του βιβλίου είναι η αίσθηση που δημιουργείται στον αναγνώστη στο πρώτο κεφάλαιο ότι ο Γιόζο κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τους υπηρέτες της οικογένειάς του, γεγονός που δεν κατήγγειλε ποτέ, αλλά τον σημάδεψε καθοριστικά.

Στο επόμενο κεφάλαιο, καθώς ο Γιόζο μεγαλώνει, αρχίζει να πίνει, να καπνίζει και να κοιμάται με πόρνες. «Δεν άργησα να καταλάβω ότι το αλκοόλ, ο καπνός και οι πόρνες ήταν έξοχα μέσα κατευνασμού (έστω και για λίγα λεπτά) του φόβου μου για τα ανθρώπινα όντα. Έφτασα μάλιστα στο σημείο να σκέφτομαι πως ακόμα κι αν χρειαζόταν να πουλήσω όλα μου τα υπάρχοντα για να έχω στη διάθεσή μου αυτά τα μέσα, θα άξιζε και με το παραπάνω τον κόπο».

Όπως αναφέρεται, κάποια στιγμή ο Γιόζο είχε δεσμό με μια παντρεμένη γυναίκα και οι δυο τους επιχείρησαν διπλή αυτοκτονία. Ωστόσο μόνο εκείνη πέθανε. Έχοντας επιζήσει, ο Γιόζο κυριεύεται από ντροπή και ενοχές. Αυτό όμως που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο δεύτερο κεφάλαιο είναι η πρόσκαιρη διέξοδος που εμφανίστηκε. Η ζωγραφική λειτουργεί ως ένα μέσο προσέγγισης και κατανόησης του κόσμου, μια ευκαιρία να εκφραστεί η αλήθεια ενός εγώ που τόσον καιρό κρυβόταν καλά.

Πορτραίτο που είχε ζωγραφίσει ο συγγραφέας.

«Οι εικόνες που ζωγράφιζα ήταν τόσο σπαρακτικές, που αποσβόλωναν ακόμα κι εμένα τον ίδιο. Εδώ βρισκόταν ο αληθινός εαυτός που τόσο απεγνωσμένα έκρυβα. Είχα χαμογελάσει πρόσχαρα· είχα κάνει τους άλλους να γελάσουν· αυτή όμως ήταν η οδυνηρή πραγματικότητα. Επιβεβαίωσα μυστικά την ύπαρξη αυτού του εαυτού, σίγουρος πια πως απόδραση δεν υπήρχε, αλλά βέβαια δεν έδειξα τις ζωγραφιές μου σε κανέναν εκτός από τον Τακέιτσι. Δεν μου άρεσε η ιδέα ότι μπορεί ξαφνικά να γινόμουν αντικείμενο καχύποπτης επαγρύπνησης άπαξ και η εφιαλτική πραγματικότητα κάτω από το προσωπείο του κλόουν ανιχνευόταν. Από την άλλη μεριά, φοβόμουν εξίσου ότι μπορεί οι άλλοι να μην αναγνώριζαν τον πραγματικό μου εαυτό όταν τον έβλεπαν, υποθέτοντας ότι επρόκειτο απλώς για μια καινούρια αποστροφή στα μασκαραλίκια μου – ένα τέχνασμα για να προκαλέσω ακόμα περισσότερα γέλια. Αυτό θα ήταν το πιο οδυνηρό απ’ όλα. Κι έτσι, συνέχισα να κρύβω τις ζωγραφιές μου στο πίσω μέρος της ντουλάπας μου».

 Στο τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο ερχόμαστε αντιμέτωποι με άλλο ένα γεγονός που είχε μεγάλο αντίκτυπο στη ζωή του ήρωα. Ο Γιόζο αποβάλλεται από το πανεπιστήμιο, γεγονός που οδηγεί και σε μια ακόμη αποβολή, από την οικογένειά του, που θέλει να του δώσει ένα μάθημα. Έτσι, περιέρχεται στη φροντίδα ενός οικογενειακού φίλου. Ο εξοστρακισμός αυτός γκρεμίζει και την τελευταία γέφυρα που τον συνέδεε με τους ανακουφιστικούς μηχανισμούς της συνήθειας και των συμβάσεων. Σε αυτό το σημείο διαφαίνεται πάλι η προσωπικότητα του συγγραφέα, καθώς είχε βιώσει έναν ακόμη εξοστρακισμό μετά την προσχώρησή του στο Κομουνιστικό Κόμμα Ιαπωνίας.

«Έμεινα εμβρόντητος. Κατά βάθος λοιπόν ο Χορίκι με αντιμετώπιζε σαν κάτι λιγότερο από ανθρώπινο ον. Δεν μπορούσε να με δει παρά ως το ζωντανό πτώμα μιας μέλλουσας αυτοκτονίας, κάποιον πεθαμένο από ντροπή, ένα γελοίο φάντασμα. Μου πρόσφερε τη φιλία του αποκλειστικά και μόνο για να με χρησιμοποιεί για τη δική του ευχαρίστηση, με όποιον τρόπο τον εξυπηρετούσε. Όπως ήταν φυσικό, αυτή η σκέψη δεν με χαροποίησε ιδιαίτερα, γρήγορα όμως συνειδητοποίησα ότι ήταν αναμενόμενο να με βλέπει έτσι ο Χορίκι· ότι από πολύ παλιά, από παιδί ακόμα, φαινόταν να μην έχω τις προδιαγραφές του ανθρώπινου όντος· και ότι, απ’ όσο μπορούσα να ξέρω, η περιφρόνηση, ακόμα και από τον Χορίκι, ίσως ήταν απολύτως αναμενόμενη».

Σχέδια του συγγραφέα.

 Ο Γιόζο επιμένει στις καταστροφικές του συνήθειες και αντλεί έμπνευση από το Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ. Αργότερα συνάπτει σχέση με μια γυναίκα ονόματι Γιόσικο και εθίζεται στη μορφίνη. Στο μεταξύ η Γιόσικο δέχεται σεξουαλική επίθεση, μα, αντί να την υποστηρίξει και να ζητήσει δικαιοσύνη, ο Γιόζο την κατηγορεί ότι είναι θύμα. Στη συνέχεια πέφτει σε απόγνωση και κατά συνέπεια μπαίνει σε ψυχιατρική κλινική, όπου τελικά πεθαίνει.

Το Όχι πια άνθρωπος είναι ένα έργο που σίγουρα μπορεί να χαρακτηριστεί κλασικό. Δεν αποτελεί απλώς ένα εμβληματικό έργο της ιαπωνικής κουλτούρας αλλά πληροί επίσης καθαρά δυτικά πρότυπα. Η διαρκής αναζήτηση του ανθρώπου για ένα νόημα που διαρκώς του ξεφεύγει είναι ένα σημαντικό κομμάτι της τραγωδίας της ζωής μας και έχει χρησιμοποιηθεί ως αφηγηματικό πλαίσιο από όλους τους μεγάλους δημιουργούς. Εκτός αυτού, όπως κάθε έργο παγκόσμιας εμβέλειας, το μυθιστόρημα αυτό του Dazai δεν μένει στο στενό χρονικό πλαίσιο της δημιουργίας του. Ο συγγραφέας καταπιάνεται με το διαχρονικό θέμα της ανθρώπινης ύπαρξης, με όλα τα διλήμματα και τις αντιφάσεις που αυτό συνεπάγεται. Έτσι, κάθε αναγνώστης του βιβλίου αναγνωρίζει μια προαιώνια αναζήτηση και μπορεί να ταυτιστεί με τους ήρωες. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ο κεντρικός ήρωας του έργου αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του ως ένα εχθρικό περιβάλλον που δεν κατανοεί και δεν γνωρίζει πώς να ενταχθεί σε αυτό. Ο Γιόζο δεν καταφέρνει να βρει το σημείο επαφής με τους ανθρώπους, νιώθει ότι η διαφορετικότητά του δημιουργεί μια απόσταση από τους άλλους, την οποία αδυνατεί να καλύψει με συμβατικούς όρους. Επομένως δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το Όχι πια άνθρωπος θεωρείται ένα cult ανάγνωσμα της νεολαίας, κάτι που έρχεται να επικυρώσει η αφηγηματική τέχνη των manga, που συχνά το χρησιμοποιεί ως πηγή έμπνευσης.

Το βιβλίο πήρε μεγάλη διάδοση στους νέους και στο Tiktok, μετρώντας μέχρι στιγμής παραπάνω από 107 εκατομμύρια προβολές.

Το αέναο αίσθημα του κενού δεν άφησε ποτέ ήσυχο τον Osamu Dazai. Γι’ αυτό και έκανε πράξη τη σκέψη του ότι είναι καλύτερο να μη γεννηθεί κανείς αυτοκτονώντας. Όμως ακριβώς εκεί, στην κόχη της άρνησης, ο Dazai θέτει έναν στόχο: την ευτυχία. Σε όλο του το έργο είναι εμφανές ότι πασχίζει να βρει διέξοδο, ότι παλεύει κόντρα στην απελπισία, ότι προσπαθεί να κατανοήσει ποιο είναι άραγε το νόημα σε έναν κόσμο όπου οι ουρανοί παραμένουν πεισματικά σιωπηλοί. Παρά την ολοένα και πιο αυτοκαταστροφική συμπεριφορά του ήρωα, ο ίδιος αποφεύγει τον οίκτο και συνεχίζει να αναλύει την ελαττωματική του κατάσταση.

Η παραστατική περιγραφή του κενού, ο προβληματισμός πάνω σε μια ζωή χωρίς ηθικά θεμέλια, το συνεχές κατηγορώ για την έλλειψη ενσυναίσθησης καθιστούν τους χαρακτήρες του Dazai θελκτικούς στη νιότη, που ασφυκτιά.

Το Όχι πια άνθρωπος είναι μια παρατεταμένη κραυγή σε μια διαρκώς επεκτεινόμενη έρημο. Παράλληλα, αποτελεί μια κατάδυση στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής, που τελικά παραμένει ανεξιχνίαστη. Ο αναγνώστης εμπλέκεται σε αυτή την αναζήτηση, καθώς παρακολουθεί τις συνεχείς εναλλαγές συναισθημάτων του ήρωα, παρόλο που ο ίδιος διατείνεται ότι δεν τις καταλαβαίνει. Πρόκειται για ένα έργο τεράστιας δύναμης, που αντανακλά την ανάγκη του νέου για αναγνώριση.

Το Όχι πια άνθρωπος είναι ένα αφήγημα αυτογνωσίας, όπου η ζωή ψάχνει μάταια δικαίωση. Αναμφίβολα ένα από τα καλύτερα βιβλία του περασμένου αιώνα, παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ σε μια εποχή όπου όλοι μας προσπαθούμε να βρούμε το νήμα που μας συνδέει με τον κόσμο.

Φιλήμων Πατσάκης για τις εκδόσεις Διόπτρα

Photo cover:pixabay.com/margarita_kochneva

Διαβάστε επίσης:

Share:

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin