«Η ώρα της πικρής μοναξιάς κάνει πιο ανθρώπινη την άλλη ώρα, εκείνη του γέλιου» είχε γράψει σε κείμενο του ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος για τον Βασίλη Λογοθετίδη. Και ήταν ο, τι πιο αντιπροσωπευτικό για να περιγράψει την περίπτωση του σπουδαίου ηθοποιού.
Όταν βρισκόταν στη σκηνή, αρκούσε μια αδιόρατη σχεδόν γκριμάτσα για να κάνει το κοινό να ξεσπάσει στα γέλια και τον αποθεώσει. Ήταν ένας αυθεντικός κωμικός ηθοποιός, και από τους σπουδαιότερους που γέννησε ο τόπος. Όμως, στην προσωπική του ζωή, όταν έκλειναν τα φώτα, ο Βασίλης Λογοθετίδης ήταν ένας μοναχικός άνθρωπος που δεν επιζητούσε ποτέ τη δημοσιότητα και απεχθανόταν τις κοσμικότητες.
Και μόνο του τον βρήκε ο θάνατος, ξαφνικά, βυθίζοντας στο πένθος τον απλό κόσμο που ένιωσε πως έχασε έναν δικό του άνθρωπο. Όμως, το τελευταίο “αντίο” στον σπουδαίο ηθοποιό, ο οποίος έφυγε σαν σήμερα, στις 20 Φεβρουαρίου το 1960, μόνο μοναχικό δεν ήταν. 50 χιλιάδες κόσμου βρέθηκε στην κηδεία του, σε μία πρωτοφανή κοσμοπλημμύρα.

Ο μοναχικός Βασίλης Λογοθετίδης
Ο Βασίλης Ταυλαρίδης, όπως ήταν το όνομά του, γεννήθηκε στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης το 1898 και το 1915 αποφοίτησε από το Ζωγράφειο Γυμνάσιο της Κωνσταντινούπολης. Το 1918 ήρθε στην Αθήνα και την επόμενη χρονιά εντάχθηκε στο δυναμικό του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του άφησε το υποκριτικό του αποτύπωμα στο θέατρο, το οποίο υπηρέτησε πιστά. Άλλωστε, όπως συνήθιζε να λέει: η μόνη επιθυμία του ήταν να πεθάνει πάνω στο σανίδι. Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε μόνο σε 12 ταινίες, αλλά ήταν όλες διαλεχτές, αφήνοντας εποχή. «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Ένα βότσαλο στη λίμνη», «Σάντα Τσικίτα», «Δεσποινίς ετών 39», «Ούτε γάτα ούτε ζημιά», «Η κάλπικη λίρα», «Ο ζηλιαρόγατος», «Δελησταύρου και υιός», «Ένας ήρως με παντούφλες» ήταν κάποιες από αυτές.
Ο κόσμος τον αγαπούσε ιδιαίτερα, ένιωθαν πως ήταν ένας από εκείνους. Ένας λαϊκός ήρωας. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος είχε εξηγήσει πολύ εύστοχα το “φαινόμενο Λογοθετίδη”. Όπως είχε γράψει, ο ηθοποιός «υπήρξε ο άνθρωπος του λαού, που ένιωσε τον λαό και που έπαιξε για τον λαό».
Ωστόσο, στην προσωπική του ζωή τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Ήταν κλειστός, μοναχικός. Όταν δεν ήταν στο θέατρο ή στα γυρίσματα κάποιας ταινίας, περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του μόνος στο σπίτι του στο Παλαιό Φάληρο. Μάλιστα, λέγεται πως αυτός ήταν και ο λόγος που ο Λογοθετίδης αντιτάχθηκε στην καθιέρωση της θεατρικής αργίας τη Δευτέρα, γιατί δεν θα είχε τι να κάνει αυτή τη μέρα!

Ο μεγάλος έρωτας με την Ίλυα Λυβικού
Παρά το γεγονός ότι ο ηθοποιός δεν ήθελε να απασχολεί τον Τύπο με την προσωπικήτου ζωή και απεχθανόταν τα κουτσομπολιά γύρω από αυτήν, για πολλά χρόνια αποτέλεσε άλυτο μυστήριο η σχέση του με την Ίλυα Λυβικού. Η ηθοποιός ήταν το κινηματογραφικό και θεατρικό του ταίρι και ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, μέχρι τον θάνατο του.
Μάλιστα, για χρόνια υπήρξε μία σύγχυση και αρκετοί πίστευαν πως οι δυο τους ήταν παντρεμένοι. Αλλά αυτό δε συνέβη ποτέ. Ίσως στη δική τους περίπτωση να ισχύει και ο τίτλος του βιβλίου της Μήτση Βαλάκα, “Οι μεγάλοι έρωτες δε φοράνε νυφικό”.
Η γνωριμία του έγινε το 1948, όταν η Ίλυα Λιβυκού προσλαμβάνεται από τον θίασο Κατερίνας-Λογοθετίδη για να παίξει στο έργο των Ψαθά -Ρούσσου «Δε θυμάμαι τίποτα». Η νεαρή ηθοποιός είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που την έκαναν να μην περνά απαρατήρητη όπου στεκόταν. Φινετσάτη, πανέμορφη και χυμώδης, τράβηξε αμέσως την προσοχή του σπουδαίου ηθοποιού. Αλλά κι εκείνη, όμως, γοητεύτηκε από τον Λογοθετίδη, παρά το αταίριαστο του χαρακτήρα τους.
Οι δυο τους έγιναν ζευγάρι στη ζωή και στη σκηνή, αλλά και τον κινηματογράφου αποτελώντας ένα από τα «χρυσά» καλλιτεχνικά ζευγάρια. Από τις 12 ταινίες που γύρισε ο Λογοθετίδης, στις εννιά είχε δίπλα του Λιβυκού. Το ίδιο και στο θέατρο. Ήταν αχώριστοι.
Στην προσωπική τους ζωή, όμως, ο έρωτας τους “προσέκρουε” πάντα στη μοναχικότητα του Λογοθετίδη. Αν και υπάρχουν διάφορες εκδοχές για τον λόγο που η σχέση τους δεν κατέληξε σε γάμο. Σύμφωνα με μία εκδοχή, η Ίλια Λιβυκού μετά τον χωρισμό της με τον δικηγόρο Αγησίλαο Κοζύρη (παντρεύτηκαν όταν εκείνη τελείωσε το Γυμνάσιο στην Κρήτη κι απέκτησαν τρία παιδιά) δεν ήθελε να παντρευτεί ξανά.
Όμως και ο Βασίλης Λογοθετίδης δεν ήθελε γάμους και παιδιά. Προτιμούσε να μένει μόνος του στο Παλαιό Φάληρο. Όπως και να έχει, την αλήθεια την γνώριζαν οι δυο τους και την κρατούσαν σαν το δικό τους μικρό μυστικό, αφού επισήμως ποτέ δεν παραδέχτηκαν τη σχέση τους.

Ο μοναχικός θάνατος και η κοσμοπλημμύρα στην κηδεία του
Οι γείτονες του τον θυμούνται να τρώει καθημερινά μόνος, σε ένα εστιατόριο της γειτονιάς του. Μοναδική παρουσία στο σπίτι του ήταν η γυναίκα που έκανε τις οικιακές δουλειές. Ήταν κι εκείνη που τον βρήκε νεκρό την 20ή Φεβρουαρίου του 1960.
Τρία χρόνια πριν είχε πάθει έμφραγμα. Οι γιατροί τού είπαν να μην πίνει και να μην καπνίζει. Τα μείωσε και τα δυο. Του είπαν να μην παίζει στο θέατρο. Όμως, αυτό ήταν αδύνατον! Συνέχιζε κανονικά τις θεατρικές του εμφανίσεις.
Το απόγευμα της 20ης Φεβρουαρίου, ο Λογοθετίδης ετοιμαζόταν να πάει στο θέατρο, όπου πρωταγωνιστούσε στην παράσταση «Ο τελευταίος τίμιος». Την ώρα που ξυριζόταν στο σπίτι του, έπαθε καρδιακή προσβολή. Η οικιακή βοηθός τον βρήκε νεκρό.
Η είδηση του θανάτου του βύθισε στο πένθος όχι μόνο τους ανθρώπους του θεάτρου, αλλά και χιλιάδες κόσμου, που θαύμαζε και αγαπούσε τον ηθοποιό. Ύστερα από εντολή του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη. Στο «τελευταίο του ταξίδι» συνόδευσαν τον ηθοποιό 50.000 άτομα! Η κηδεία του μετατράπηκε σε λαϊκό προσκύνημα.
Εκατοντάδες στεφάνια κατατέθηκαν στη μνήμη του από πολιτικούς, συναδέλφους και φίλους. Το πλήθος, που είχε γνωρίσει τον ηθοποιό μέσα από τους ρόλους του, χειροκροτούσε με δάκρυα στα μάτια και οι εφημερίδες της εποχής μιλούσαν για μία «δυσαναπλήρωτη απώλεια». Και επειδή δεν είχε κανέναν στον κόσμο για να δεχτεί συλλυπητήρια μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία, ο κόσμος πλησίαζε τους άλλους ηθοποιός που δέχονταν τα συλλυπητήριά τους. Εκείνοι την ημέρα πενθούσαν όλου… είχαν χάσει έναν δικό τους άνθρωπο.









