Search
Close this search box.

O Γιώργος Φούντας με τη σύζυγό του, Χρυσούλα Ζώκα -Η φωτογραφία που βλέπουμε για πρώτη φορά

Γοητευτικός, επιβλητικός και υπέρμετρα δραματικός, ο Γιώργος Φούντας ήταν το λαϊκό παλικάρι που μπορούσε να μεταμορφωθεί από καλόκαρδο άντρα σε αγρίμι μέσα σε δευτερόλεπτα. Είχε το χάρισμα να κερδίζει τον θεατή και να ταυτίζεται με τις αγωνίες του, κατακτώντας φανατικούς θαυμαστές αλλά και σπουδαίες διακρίσεις εντός και εκτός συνόρων.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γεννήθηκε στο Μαυρολιθάρι Φωκίδας σε οικογένεια με πέντε αδέλφια. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε μικρή ηλικία, έχοντας έφεση στον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο. Πάντα όμως τον γοήτευε ο κινηματογράφος και ύστερα από έναν μικρό ρόλο στη μεγάλη οθόνη, αποφασίζει να σπουδάσει στην Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών με δάσκαλο τον κορυφαίο Αιμίλιο Βεάκη.

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

Το 1951, όσο ήταν ακόμα φαντάρος, πραγματοποίησε την πρώτη του θεατρική εμφάνιση στο θέατρο Περοκέ με το «Νυφιάτικο τραγούδι» του Νότη Περγιάλη. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον θίασο Μουσούρη και τον θίασο της Κατερίνας, αλλά αφοσιώθηκε στον κινηματογράφο διαγράφοντας μια λαμπρή και διεθνή πορεία.

Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Η πρώτη του επαφή με τον κινηματογράφο έγινε το 1944 σε ρόλο κομπάρσου στην ταινία «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα. Στις αρχές του 1951 συναντά τον Φίνο και παίζει στη περίφημη «Νεκρή Πολιτεία» του Φρίξου Ηλιάδη, που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών και έκανε γνωστή στο διεθνές κοινό την πρωταγωνίστρια της, Ειρήνη Παππά. Το 1952 παίζει τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Σταύρου Τατασόπουλου «Μαύρη Γη», ενώ το 1954 πρωταγωνιστεί στην πρώτη ταινία του Νίκου Κούνδουρου «Μαγική Πόλη», μέσω της οποίας γίνεται ευρύτερα γνωστός ταξιδεύοντας στο Φεστιβάλ της Βενετίας. Ακολουθούν θρυλικές εμφανίσεις σε ταινίες που σημαδεύουν τον ελληνικό κινηματογράφο, με ερμηνείες που αφήνουν εποχή και αποτελούν πρότυπο ρόλων.

Με την ταινία «Στέλλα» (1955) ο Γιώργος Φούντας περνάει τα σύνορα, με το όνομα του να φιγουράρει πλάι στης Μελίνας Μερκούρη σε διεθνή φεστιβάλ, ενώ η ατάκα του “Φύγε Στέλλα, κρατάω μαχαίρι” παραμένει από τις πιο εμβληματικές ατάκες του ελληνικού κινηματογράφου. Η «Στέλλα» προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση σε διεθνές επίπεδο ιδιαίτερα για την ερμηνεία της Μελίνας Μερκούρη, και βραβεύτηκε με την Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας στο Φεστιβάλ των Καννών, ενώ ήταν και φαβορί για Χρυσό Φοίνικα στο ίδιο φεστιβάλ αλλά και υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Το 1956 θα διαπρέψει δίπλα στην Έλλη Λαμπέτη στην ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Το Κορίτσι με τα Μαύρα» (υποψηφιότητα για Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών), ενώ το 1960 θα πάρει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Αντίο Ζωή» σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου. Εκείνη τη χρονιά, θα έχει την τύχη να παίξει και σε μια από τις πιο διάσημες ελληνικές ταινίες διεθνώς, το «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασσέν, πάλι στην Μελίνα Μερκούρη η οποία και θα κερδίσει το βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ των Καννών. Η ταινία κατάφερε να βρεθεί με 5 υποψηφιότητες για βραβείο Όσκαρ, κατακτώντας τελικά το Όσκαρ Καλύτερης Μουσικής για το τραγούδι “Τα παιδιά του Πειραιά” του Μάνου Χατζιδάκι.

Λέγεται ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Φιλοποίμην Φίνος δέχθηκε πρόταση από τους παραγωγούς του James Bond, για την διαδοχή του Σον Κόνερι από τον Γιώργο Φούντα. Και ενώ αρχικά ο Φούντας ήταν δύσπιστος, ο Φίνος επέμεινε και έτσι προχώρησε στα απαραίτητα δοκιμαστικά. Αν και έφτασε στους δύο φιναλίστ, ο Έλληνας ηθοποιός έχασε τον ρόλο, λόγω μη επαρκούς γνώσης της αγγλικής γλώσσας. Το ταλέντο του, όμως, ήταν αρκετό για να διεκδικήσει ίσως τον πιο πολυπόθητο ρόλο του παγκόσμιου εμπορικού κινηματογράφου.

Τη σεζόν 1963-64, ο Γιώργος Φούντας θα καταγράψει ίσως την πιο δημιουργική του χρονιά, ερμηνεύοντας εξαιρετικά τον ρόλο του πατρώνου Μιχαήλου στην εξαιρετική δραματική ταινία «Τα Κόκκινα Φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη, που κέρδισε υποψηφιότητα για Όσκαρ και Χρυσό Φοίνικα, μαζί με την αφρόκρεμα των ηθοποιών της εποχής (Καρέζη, Χρονοπούλου, Κατράκης, Διαμαντίδου, κ.α.). Παράλληλα, θα κάνει και μια αξιοθαύμαστη ερμηνεία στη διεθνούς φήμης ταινία του Ηλία Καζάν «America, America». Το 1964 εμφανίζεται στην εμβληματική ταινία «Ζορμπάς» του Μιχάλη Κακογιάννη, την πιο καταξιωμένη ελληνική ταινία διεθνώς, η οποία απέσπασε τρία Όσκαρ και εξελικτικά έγινε ταινία-σύμβολο της Ελλάδας με παγκόσμια εμβέλεια.

Επόμενες σημαντικές στιγμές του ήταν το 1966 στην ταινία «Με τη Λάμψη στα Μάτια» του Πάνου Γλυκοφρύδη και το 1967 στην αστυνομική περιπέτεια της Φίνος Φιλμ «Πυρετός στην Άσφαλτο» σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου, κατακτώντας το βραβείο ‘Α Ανδρικού Ρόλου στο 7ο και 8ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Την επόμενη χρονιά, θα γυρίσει μια ακόμα ταινία με την Φίνος Φιλμ σε πρωταγωνιστικό ρόλο, το «Πολύ αργά για Δάκρυα» του Πάνου Γλυκοφρύδη σε μια αξέχαστη ερμηνεία πλάι στην Μαίρη Χρονοπούλου.

Από το 1970 η παρουσία του Γιώργου Φούντα στον κινηματογράφο άρχισε να μειώνεται. Το 1973 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην τηλεόραση, για τη σειρά «Κατοχή», που προβαλλόταν στην ΥΕΝΕΔ. Αργότερα συμμετείχε σε αγαπημένες τηλεοπτικές σειρές όπως «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», «Έξοδος Κινδύνου»,«Γόβα Στιλέτο» και άλλες, ενώ η τελευταία του ταινία ήταν το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ της Βίκυς Πεζίρη, «Οι Λεβέντες της Θάλασσας» το 1997.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ

Ο Γιώργος Φούντας έκανε δύο γάμους. Με την Ελένη Επισκόπου απέκτησε δύο παιδιά, την Τζέλα και τον Θύμιο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 παντρεύτηκε την σπουδαία χορεύτρια Χρυσούλα Ζώκα, με την οποία απέκτησε ένα παιδί, τον Πάνο.

Δείτε την αδημοσίευτη φωτογραφία από τον Κλεισθένη:

Διαβάστε επίσης

Share:

The New You

Στοιχεία Επικοινωνίας

Βρείτε μας στα Social Media:

Αφήστε μας ένα μήνυμα