Search
Close this search box.
@en.wikipedia.org

Ο ματωμένος Μάρτης της Αμερικής: Πώς ο φρικτός θάνατος 130 εργατριών άλλαξε ριζικά τις συνθήκες εργασίας

Ακριβώς, 90 χρόνια πριν το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, η Νέα Υόρκη είχε ζήσει μια άλλη μεγάλη τραγωδία που είχε σοκάρει τον κόσμο. Μια τραγωδία που σημειώθηκε στις 25 Μαρτίου το 1911 κι έμεινε στην ιστορία ως “Ο ματωμένος Μάρτης της Αμερικής”, όπου μέσα από τις στάχτες της – στην κυριολεξία – και τον φρικτό θάνατο 130 εργατριών και 16 εργατών, έμελλε να αλλάξουν ριζικά οι συνθήκες εργασίας.

Πρόκειται για την τραγωδία στο εργοστάσιο γυναικείων πουκαμίσων της «Triangle Shirtwaist» που εξαιτίας μίας φωτιάς έχασαν τη ζωή τους 146 συνολικά εργαζόμενοι, στη συντριπτική πλειονότητά τους, νεαρές γυναίκες. Οι ιδιοκτήτες του εργοστασίου, Max Blanck και Isaak Harris, είχαν στήσει στο πολυόροφο κτίριο του Asch Building ένα σύγχρονο χώρο εκμετάλλευσης εργατών, οι οποίοι ήταν όλοι τους μετανάστες στην Αμερική.

Στο εργοστάσιο που επεκτεινόταν στους τελευταίους τρεις ορόφους, δούλευαν 500 εργάτες, ανάμεσα τους και πολλά παιδιά, ενώ η ηλικία των εργατριών δεν ξεπερνούσε τα 20 έτη στη συντριπτική πλειοψηφία. Νέοι άνθρωποι, που είχαν φύγει από τον τόπο τους, είτε για να αναζητήσουν ένα καλύτερο αύριο στη “Γη της επαγγελίας”, είτε σχεδόν διωγμένοι από τις πατρίδες τους.

Μετανάστες, οι περισσότεροι Εβραϊκής καταγωγής, που δεν γνώριζαν καλά-καλά τη γλώσσα, αλλά δούλευαν σκληρά από το πρωί μέχρι το βράδυ κάθε μέρα για ένα μεροκάματο της ντροπής, αφού αμείβονταν μόλις 15 δολάρια την εβδομάδα. Νέα κορίτσια με όνειρα που τα στρίμωχναν στους ασφυκτικά μικρούς χώρους της επιχείρησης, όπου δούλευαν η μία πάνω στην άλλη σε δύσκολες συνθήκες. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι εργοστασιάρχες “τσάκιζαν’ την αξιοπρέπειά τους, αμπαρώνοντας τις πόρτες των ορόφων για να είναι σίγουροι ότι κάποια εργάτρια δεν θα κλέψει εμπόρευμα, όταν οι μηχανές δούλευαν.

photo youtube/history.com

Το χρονικό της τραγωδίας

Το 1911, υπήρχαν τέσσερις ανελκυστήρες με πρόσβαση στους ορόφους του εργοστασίου, αλλά μόνο ο ένας ήταν πλήρως λειτουργικός και οι εργάτες έπρεπε να περάσουν από έναν μακρύ, στενό διάδρομο για να φτάσουν σε αυτόν. Υπήρχαν δύο σκάλες κάτω στο δρόμο, αλλά η μία, όπως προαναφέραμε, ήταν κλειδωμένη από έξω για να αποφευχθεί η κλοπή ενώ η άλλη άνοιγε μόνο προς τα μέσα. Όλο αυτό δημιουργούσε ανησυχία στους εργάτες, καθώς τα μέτρα προστασίας σε περίπτωση κινδύνου ήταν ανύπαρκτα. Ειδικά, σε περίπτωση φωτιάς. Η διαφυγή της πυρκαγιάς ήταν τόσο στενή που θα χρειάζονταν ώρες για να τη χρησιμοποιήσουν όλοι οι εργαζόμενοι, ακόμη και στις καλύτερες συνθήκες.

Εξάλλου, ο κίνδυνος πυρκαγιάς σε εργοστάσια όπως το Triangle Shirtwaist ήταν γνωστός, αλλά τα υψηλά επίπεδα διαφθοράς τόσο στη βιομηχανία ενδυμάτων όσο και στην κυβέρνηση της πόλης γενικά εξασφάλιζαν ότι δεν ελήφθησαν χρήσιμες προφυλάξεις για την πρόληψη πυρκαγιών. Ο Blanck και ο Harris είχαν ήδη ένα ύποπτο ιστορικό πυρκαγιών σε εργοστάσια τους. Το Triangle κάηκε δύο φορές το 1902, ενώ το εργοστάσιό τους στην Diamond Waist Company κάηκε επίσης δύο φορές, το 1907 και το 1910. Φαίνεται ότι οι ιδιοκτήτες έκαψαν σκόπιμα τους χώρους εργασίας τους πριν από τις εργάσιμες ώρες για να εισπράξουν τα μεγάλα ασφαλιστήρια συμβόλαια πυρκαγιάς που αγόρασαν, μια όχι ασυνήθιστη πρακτική στις αρχές του 20ου αιώνα.

Η τραγωδία της 25ης Μαρτίου του 1911 οφειλόταν σε ένα τυχαίο γεγονός, όμως, αν είχαν ληφθεί μέτρα προστασίας στο εργοστάσιο και αν οι ιδιοκτήτες αντιμετώπιζαν τους εργαζομένους τους ανθρώπινα τους εργαζομένους τους, δεν θα φτάναμε σε αυτή τη φρίκη.

Ήταν απόγευμα Σαββάτου, όταν ξεσπάει φωτιά στον όγδοο όροφο του εργοστασίου. Κάποιος πέταξε ένα τσιγάρο σε κάδο με υφάσματα που πήραν φωτιά και αυτή στη συνέχεια πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις, μιας και δεν υπήρχαν ούτε μέτρα κατάσβεσης σε μία τέτοια περίπτωση. Τίποτε δεν λειτουργούσε σωστά στο εργοστάσιο. Ο διευθυντής προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τον πυροσβεστικό σωλήνα για να τη σβήσει, αλλά δεν τα κατάφερε, καθώς ήταν σάπιος και η βαλβίδα του ήταν σκουριασμένη. Καθώς η φωτιά μεγάλωνε, επικράτησε πανικός. Οι νεαροί εργάτες προσπάθησαν να βγουν από το κτίριο με το ασανσέρ, αλλά χωρούσε μόνο 12 άτομα και ο χειριστής μπόρεσε να κάνει μόλις τέσσερις διαδρομές πριν χαλάσει εξαιτίας της ζέστης και “παραδοθεί” στο τέλος στις φλόγες.

Όσοι βρισκόταν στον ένατο και δέκατο όροφο ήταν κλειδωμένοι και ο επιστάτης που είχε τα κλειδιά είχε ήδη εγκαταλείψει το κτίριο. Κάποιες από τις εργάτριες κατάφεραν να προλάβουν να φύγουν από τους φλεγόμενους ορόφους από το ασανσέρ που μετέφερε μόνο εμπορεύματα και κάποιες από τη σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα του κτιρίου, αλλά η φωτιά πήρε τέτοιες διαστάσεις που και κι αυτές οι έξοδοι διαφυγής έκλεισαν για όσους απέμειναν πίσω.

Οι εργοστασιάρχες που εκείνη την μέρα ήταν με τα παιδιά τους στο εργοστάσιο ήταν οι πρώτοι που έφυγαν και στέκονταν έξω από το κτίριο παρακολουθώντας τη φρίκη που οι ίδιοι προκάλεσαν.

Μέσα σε λίγα λεπτά κατέφτασε και η πυροσβεστική και μαζί με τους Νεοϋορκέζους που μαζεύτηκαν έμειναν να παρακολουθούν ανήμποροι τη φρίκη που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια τους. Στα παράθυρα των τελευταίων ορόφων οι εργάτριες στέκονταν όρθιες και κρατώντας η μία το χέρι της άλλης βουτούσαν στο κενό για να μην καούν ζωντανές.

Ένα νεαρό ζευγάρι ,αφού φιλήθηκαν, βούτηξαν τελευταίοι στο κενό, ενώ άλλες εργάτριες έπεφταν φλεγόμενες. Οι πυροσβέστες κατέβαλλαν μεγάλες προσπάθειες για να σώσουν τον κόσμο, αλλά τα τότε μέσα δεν τους βοηθούσαν. Δεν έφταναν τους δύο τελευταίους ορόφους, ενώ το δίχτυ που άπλωσαν δεν κατάφερε να κρατήσει κανένα από τα κορίτσια που έπεφταν στο κενό. Κάποιες από τις εργάτριες παρά την μοιραία πτώση κείτονταν ζωντανές, ακόμα και για 2 ώρες. Μέσα σε 18 λεπτά, όλα είχαν τελειώσει. 146 άνθρωποι βρήκαν τραγικό θάνατο. 130 εργάτριες και 16 εργάτες.

photo en.wikipedia.org

Η δικαιοσύνη δεν ήρθε ποτέ, ήρθε όμως η δικαίωση

Από τα θύματα, μόνο ένα ήταν 48 χρόνων, τα υπόλοιπα ήταν από 14 μέχρι 25 χρόνων. Η δίκη των ιδιοκτητών ξεκίνησε 9 μήνες αργότερα, έχοντας δικηγόρο τον Max Steuer, εύπορο γιο μεταναστών από την Αυστρία. Μια δίκη-παρωδία, αφού στο τέλος και αθωώθηκαν, υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζαν για το κλείδωμα των εξόδων φυγής και πήραν από την ασφαλιστική εταιρεία 60,000 δολάρια για ζημίες. Στις οικογένειες των θυμάτων, έδωσαν ως αποζημίωση μόλις 75 δολάρια. Τόσο κοστολόγησαν την κάθε ανθρώπινη ψυχή!

Το 1913 ο Max Blanck, ο ένας εκ των συνεταίρων δολοφόνων, που συνέχιζε να είναι εργοστασιάρχης συνελήφθη για κλείδωμα πάλι των εργατών του νέου εργοστασίου του και το πρόστιμο που κλήθηκε να πληρώσει ήταν 20 δολάρια.

Νομικά, η δικαιοσύνη δεν ήρθε ποτέ για τα θύματα. Όμως, οι αγώνες που ξεκίνησαν μετά τον θάνατό τους για τη διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών εργασίας, δικαίωσε τη μνήμη τους. Μάλιστα, τον Οκτώβριο του 1911 ιδρύθηκε και η Αμερικανική Ένωση Ασφάλειας Μηχανικών η οποία είχε ως μέλημα την επιθεώρηση στους χώρους εργασίας της ασφάλειας του ανθρώπινου δυναμικού.

Ανάμεσα στο πλήθος που παρακολούθησε τη φρίκη εκείνο το Σάββατο του “Ματωμένου Μάρτη, ήταν και η Φράνσις Πέρκινς,την οποία σημάδεψε βαθιά η εικόνα των εργατριών να πέφτουν στο κενό. Έτσι, όταν έγινε υπουργός Εργασίας το 1933 υπό τον Πρόεδρο Φράνκλιν Ντ. Ρούσβελτ και υπηρέτησε ως η πρώτη γυναίκα γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου, φρόντισε το “κάτι πρέπει να γίνει” που σκεφτόταν τα τελευταία σχεδόν 20 χρόνια, να γίνει πράξη. Έτσι, μαζί με τον κυβερνήτη της Νέας Υόρκης Αλ Σμιθ, βοήθησαν σύντομα να νομοθετηθούν τα νέα πρότυπα ασφάλειας στο χώρο εργασίας στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης.

Πηγή: History.com

Διαβάστε επίσης

Share: