Μια φωτογραφία του Θανάση Βέγγου από τον Ιούνιο του 1963 δημοσίευσε ο συλλέκτης και δημοσιογράφος Άρης Λουπάσης στο προφίλ του στο Instagram. Στη λεζάντα σημειώνεται:

«Δεν ήταν απλώς ένας ηθοποιός. Ήταν μια κινούμενη ψυχή, ένας ήρωας της διπλανής πόρτας, που μας έμαθε πως το γέλιο μπορεί να κουβαλά μέσα του δάκρυα και αλήθειες πιο βαθιές από κάθε διάλογο. Δεν υποδυόταν ρόλους —τους ζούσε. Και μέσα από αυτούς, ζούσαμε κι εμείς μαζί του. Πονέσαμε, γελάσαμε, αγαπήσαμε. Στο πανί και στο σανίδι δεν χρειάστηκε ποτέ φανταχτερά κοστούμια ή μεγάλα λόγια. Είχε μόνο τη φωνή του λαού, τα μάτια του που έσταζαν ειλικρίνεια και μια ψυχή καθαρή. Από το «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» μέχρι το «Θου-Βου», ο Βέγγος μετουσίωσε την κοινωνική αγωνία σε τέχνη και την ταπεινότητα σε μεγαλείο.

Ήταν ένας πρωταγωνιστής που έλαμπε όχι με φώτα, αλλά με φως. Μα πάνω απ’ όλα, ήταν Άνθρωπος. Ένας σεμνός μαχητής της καθημερινότητας που δεν διεκδίκησε ποτέ τίποτα για τον εαυτό του. Μόνο έδινε. Αγάπη, τιμιότητα, ευγένεια. Όλοι όσοι τον γνώρισαν μιλούν με δέος για την καλοσύνη του. Κι εμείς που τον γνωρίσαμε μέσα απ’ την οθόνη, νιώσαμε σαν να ήταν κάποιος δικός μας. Ο πατέρας, ο φίλος, ο γείτονας. Ο άνθρωπος που μπορούσε να κάνει τον πόνο ποίηση. Δεν ξεχνιέται ο Θανάσης Βέγγος. Γιατί ό,τι είναι αληθινό και φωτεινό, μένει για πάντα. Κι αν υπάρχει κάπου μια γειτονιά αγγέλων, σίγουρα ακούγεται το χαρακτηριστικό του τρέξιμο και μια γνώριμη φωνή να φωνάζει: «Τρέχω γιατί δεν προλαβαίνω τη ζωή. Μα εσύ, Θανάση, την πρόλαβες. Και την τίμησες όπως λίγοι.

Στην φωτογραφία, από τον φακό του μοναδικού Κλεισθένη Δασκαλάκου στις 8 Ιουνίου του 1963 με το αυτοκίνητό του στο κέντρο της Αθήνας σε φωτογράφιση για το γνωστό περιοδικό της εποχής “Πρώτο”, ακούγοντας με χαμόγελο έναν αστυνομικό να του εκφράζει τον θαυμασμό του. Όπου κι αν βρισκόταν, ο Θανάσης Βέγγος εισέπραττε την αγάπη του κόσμου σαν αυτονόητη προέκταση της ψυχής του. Και πάντα με το γνωστό χαμηλό του βλέμμα και την ευγένεια χαραγμένη στο πρόσωπο, δεχόταν αυτή την αγάπη με σεμνότητα, σαν να μην πίστευε ποτέ πως την άξιζε τόσο. Μα την άξιζε —με όλη του την ψυχή».

Διαβάστε επίσης