Ήταν 3 Αυγούστου 1936 και οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Βερολίνου βρίσκονταν σε εξέλιξη και στο απόγειο της φασιστικής προπαγάνδας του Αδόλφου Χίτλερ.
Την ημέρα εκείνη, ένας 22χρονος Αφροαμερικανός αθλητής, ο Τζέσε Όουενς, έμελλε να αλλάξει για πάντα την ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων, στέλνοντας το πιο ηχηρό μήνυμα κατά του ρατσισμού. Και να μνημονεύεται -μέχρι και σήμερα – όχι μόνο ως αθλητής, αλλά κυρίως, ως ο άνθρωπος που νίκησε τον Χίτλερ, μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Ο Όουενς στις 3 Αυγούστου κατέκτησε την πρώτη του μεγάλη νίκη στα 100 μέτρα, τερματίζοντας σε χρόνο ρεκόρ 10,3 δευτερολέπτων. Τις επόμενες ημέρες πρόσθεσε ακόμη τρία χρυσά μετάλλια στο παλμαρέ του: στα 200 μέτρα, στο άλμα εις μήκος και στη σκυταλοδρομία 4×100 μέτρων, φτάνοντας συνολικά τα τέσσερα χρυσά – επίδοση που κατέρριπτε κάθε μύθο περί φυλετικής ανωτερότητας.
Οι επιδόσεις του προκάλεσαν παγκόσμιο θαυμασμό και, σύμφωνα με μαρτυρίες, οδήγησαν τον Χίτλερ σε οργή και αμηχανία. Ο ναζί αρχιτέκτονας Άλμπερ Σπέερ θυμάται τον Χίτλερ να σχολιάζει με απαξίωση πως «οι άνθρωποι με καταγωγή από τη ζούγκλα είναι πιο σωματικά δυνατοί από τους πολιτισμένους λευκούς και πρέπει να αποκλείονται από τους μελλοντικούς Αγώνες».
Αν και ο ίδιος ο Τζέσε Όουενς, χρόνια αργότερα, διέψευσε ότι ο Χίτλερ τον αγνόησε επιδεικτικά, αναφέροντας ότι «όταν περνούσε από μπροστά μου, μου έκανε ένα νεύμα και ανταπόδωσα». Και αν αυτός ο απίστευτος αθλητής νίκησε τον Χίτλερ στη ναζιστική Γερμανία, γνώρισε την απόλυτη ήττα στο ίδιο του το σπίτι, την Αμερική.
Επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες ως απόλυτος θριαμβευτής, ο μαύρος Όουενς δεν έλαβε ποτέ συγχαρητήρια από τον πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούσβελτ, ούτε καν προσκλήθηκε στον Λευκό Οίκο. «Δεν με αγνόησε ο Χίτλερ, αυτός που με αγνόησε ήταν ο πρόεδρός μου», είχε δηλώσει πικρά αργότερα.
Η ενέργεια αυτή του Ρούζβελτ μεταφράστηκες ως ρατσιστική σε μια Αμερική που οι φυλετικές διακρίσεις βρίσκονταν στο απόγειό τους και οι μαύροι ήταν πολίτες μιας κατώτατης κατηγορίας. Κάποιοι απόδωσαν την στάση του τότε Αμερικανού προέδρου σε μικροπολιτικούς λόγους, καθώς ο Όουενς είχε στρατευτεί στην υποστήριξη του υποψηφίου των Ρεπουμπλικανών Άλφ Λάντον στις προεδρικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1936.
Ο θριαμβευτής του Βερολίνου γύρισε στην πατρίδα του δίχως σεντ στην τσέπη, αλλά είχε πολλές εμπορικές προτάσεις συνεργασίας που θα του επέτρεπαν να συντηρεί την οικογένειά του. Ή Ομοσπονδία Στίβου τον ενημέρωσε ότι δεν έπρεπε να τις δεχτεί και ότι έπρεπε να κάνει «αυτό που του είχαν πει». Οργισμένος από τον τρόπο που τον μεταχειρίζονταν, ο Τζέσε, δέχτηκε τις συμφωνίες και έτσι του αφαιρέθηκε η ιδιότητα του ερασιτέχνη αθλητή.
Παρά τον παγκόσμιο θαυμασμό, η καθημερινότητά του παρέμεινε σκληρή, τόσο λόγω οικονομικής ανέχειας, όσο και των φυλετικών διακρίσεων, που δεν έκαναν εξαίρεση ούτε για τον άνθρωπο που είχε δοξάσει τα χρώματα της Αμερικής στους Ολυμπιακούς. Χρειάστηκε, μάλιστα, να περάσουν 40 χρόνια μέχρι να τιμηθεί επίσημα από την αμερικανική πολιτεία. Το 1976, ο τότε πρόεδρος Τζέραλντ Φορντ του απένειμε το Προεδρικό Μετάλλιο Ελευθερίας, την ανώτατη διάκριση για έναν Αμερικανό πολίτη.
Όταν αποσύρθηκε από τους αγώνες, ο Τζέσε Όουενς ασχολήθηκε με την προπόνηση νέων αθλητών. Εργάστηκε, επίσης, για την αμερικανική κυβέρνηση, κάνοντας διάφορα ταξίδια καλής θέλησης και δημόσιες σχέσεις στην Ινδία και σε χώρες τής Άπω Ανατολής. Δεινός καπνιστής, προσβλήθηκε από καρκίνο στους πνεύμονες και άφησε την τελευταία του πνοή στις 31 Μαρτίου στο Τούσον της Αριζόνα, σε ηλικία 66 ετών. Ο Τζέσι Όουενς ήταν συζευγμένος από το 1935 με τη Μίνι Σόλομον (1915-2001), με την οποία απέκτησε δύο κόρες.
