Στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, στέκεται αγέρωχο ένα από τα ωραιότερα γλυπτά του κόσμου, που αναπαριστά μια νεαρή κοπέλα, η οποία περιμένει ακόμα την αυγή που δεν θα έρθει ποτέ. Είναι η «Ωραία Κοιμωμένη» ή «Η Κοιμωμένη του Γιαννούλη Χαλεπά».

Ένα γλυπτό που προκαλεί δέος, καθώς πρόκειται για ένα έργο που μοιάζει περισσότερο με μουσειακό έκθεμα, παρά με γλυπτό ενός οικογενειακού τάφου. Ένα άγαλμα που μοιάζει με βουβό θρήνο για την τραγική ιστορία της 19χρονης «Κοιμωμένης», γύρω από τον θάνατο της οποίας αναπτύχθηκαν διάφοροι μύθοι. Βέβαια, η πραγματικότητα διαψεύδει τη φαντασία, όμως, δε κάθε περίπτωση το τραγικό γεγονός παραμένει: ένα νεαρό κορίτσι πέθανε τόσο νωρίς και η οικογένειά της παρήγγειλε στον Γιαννούλη Χαλεπά να φτιάξει ένα γλυπτό προς τιμή της.

Ποια ήταν η «Κοιμωμένη του Χαλεπά»

Ποια ήταν όμως η 19χρονη κοπέλα, που σύμφωνα με έναν – από τους διάφορους αστικούς μύθους που κυκλοφορούν – «τρέλανε» τον γλύπτη που φιλοτέχνησε το ταφικό μνημείο της;

Πρόκειται για τη Σοφία Αφεντάκη, η οποία έφυγε από τη ζωή στις 17 Δεκεμβρίου του 1878. Ήταν κόρη της Ελένης και του Κωνσταντίνου Οικονόμου Αφεντάκη. Ο πατέρας της ήταν εύπορος έμπορος των Αθηνών με καταγωγή από την Κίμωλο. Η οικογένεια είχε δυο κόρες, την Μαριγή, η οποία παντρεύτηκε τον Μιχαήλ Χατζημιχάλη, καθηγητή ιατρικής του πανεπιστημίου Αθηνών. Και τη μικρότερη Σοφία, η οποία στα 17 της χρόνια χτυπήθηκε από φυματίωση και δύο χρόνια μετά πέθανε.

Πώς δημιουργήθηκε το διάσημο γλυπτό

Μετά τον θάνατο της Σοφίας, η μητέρα της ζήτησε από τον Γιαννούλη Χαλεπά να δημιουργήσει ένα γλυπτό το οποίο θα τοποθετούνταν πάνω στον τάφο. Ο ίδιος ο γλύπτης το 1930, είχε πει για το πώς φιλοτέχνησε το έργο:

«Μέσα στη τσάντα της είχε μια φωτογραφία μιας ωραίας γυναίκας. Την έβγαλε απ’ την τσάντα της, και δείχνοντάς μου την, μού είπε να της κάνω μία προτομή, ένα οποιοδήποτε άγαλμα του γούστου μου. Της ζήτησα, θυμάμαι, χίλιες δραχμές, κι εκείνη, αφήνοντας τη φωτογραφία, έφυγε. Εγώ την άλλη μέρα άρχισα να σκέπτομαι, να βασανίζω το μυαλό μου, σαν τι σχέδιο να κάνω. Δεν άργησα να εμπνευστώ το σχέδιό μου κι αμέσως έβαλα μπρος.

Έκανα το σχέδιο, κατόπι το έπλασα σε πηλό. Φώναξα τότε την κυρία Αφεντάκη. Όταν ήλθε, δεν της άρεσε και μου είπε ότι αν είναι δυνατόν ν’ αλλάξω σχέδιο. Εγώ θυμώνοντας τότε μη χάνοντας καιρό, πήρα ένα λοστό, έδωσα ένα γερό χτύπημα στο στήθος του αγάλματος κι έτσι χωρίστηκε απ’ το στήθος το κεφάλι.

Η κυρία Αφεντάκη κατάλαβε αμέσως το λάθος της και μου είπε ότι το άγαλμα της άρεσε όπως ήταν και με παρακάλεσε να το ξαναφτιάξω».

Η «Κοιμωμένη» φιλοτεχνήθηκε σε λευκό μάρμαρο. Αναπαριστά ολόσωμη τη νεαρή κοπέλα, ξαπλωμένη σε ένα ανάκλιντρο, επάνω σε τσαλακωμένα σεντόνια. Το κεφάλι της γέρνει απαλά στο πλούσια διακοσμημένο με κεντήματα μαξιλάρι κρατώντας έναν σταυρό στο ένα χέρι, ενώ το άλλο της χέρι πέφτει απαλά στα σεντόνια με το ένα της πόδι να είναι ελαφρά ανασηκωμένο. Η εικόνα που σου δίνει το γλυπτό είναι μια κοπέλας που έχει αποκοιμηθεί, όχι που είναι νεκρή.

@Wikipedia

Ο μύθος για τον τραγικό έρωτα με έναν Ιταλό

Γύρω από τον θάνατο της 19χρονης Σοφίας έχουν δημιουργηθεί διάφοροι μύθοι που είναι πιστευτοί μέχρι και σήμερα. Ο πιο γνωστός θέλει τη Σοφία Αφεντάκη, σε ένα ταξίδι που έκανε στην Ιταλία με τον πατέρα της, να ερωτεύτηκε παράφορα τον τενόρο Τζοβάνι Ματέο ντε Κάντια, γνωστό ως Μάριο (1910-1883).

Οι δυο τους έζησαν έναν κρυφό και θυελλώδη έρωτα, μέχρι που ο πατέρας της ανακάλυψε την σχέση τους, την οποία και δεν ενέκρινε. Έξαλλος, πήρε την κόρη του κι επέστρεψαν στην Αθήνα. Το νεαρό κορίτσι έστελνε συνεχώς γράμματα στον αγαπημένο της στην Ιταλία, αλλά εκείνος δεν της απάντησε ποτέ.

Η Σοφία έπεσε σε βαθιά μελαγχολία και μη αντέχοντας άλλο τον αβάσταχτο πόνο που της προκάλεσε το άδοξο τέλος του έρωτά της, αποφάσισε να βάλει τέλος και στην ίδια της τη ζωή, πίνοντας δηλητήριο. Ο πατέρας της -σύμφωνα πάντα με τον μύθο – ταξίδεψε στην Ιταλία για να βρει ένα ειδικό μάρμαρο που του ζήτησε ο Χαλεπάς για το μνημείο της κόρης του και εκεί διάβασε στις εφημερίδες πως ο νεαρός τενόρος είχε αυτοκτονήσει. Είχε βρει τα γράμματα της Σοφίας, προσπάθησε να μάθει πληροφορίες και όταν του είπαν πως πέθανε, αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή του.