Ο Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ λόγω των ρόλων του στον κινηματογράφο, έχει περάσει στη συνείδηση του κοινού, ως ο «κακός» του Χόλιγουντ. Κι, όμως ο σκληρός εγκληματίας και πιστολέρο της μεγάλης οθόνης, στην αληθινή του ζωή δεν είχε καμία σχέση με τους ρόλους που υποδυόταν.
Όσοι τον γνώριζαν, μιλούσαν για έναν τρυφερό και ευγενή άνθρωπο, που το χαρακτηριστικό του ήταν το χιούμορ και η απέχθεια για τα όπλα και τη βία. Μάλιστα, θα συμμετάσχει σε αρκετές πρωτοβουλίες για τον αποτελεσματικό έλεγχο των όπλων, ενώ το 1976 θα δηλώσει: «Μου φαίνεται απίστευτο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι το μόνο πολιτισμένο έθνος που δεν βάζει κάποιο αποτελεσματικό έλεγχο στα όπλα».
Ο Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο του το 1947, στο περίφημο φιλμ νουάρ «Φιλί του Θανάτου», κρατώντας τον ρόλο ενός ψυχοπαθή γκάνγκστερ. Για την ερμηνεία του αυτή, θα φτάσει στις υποψηφιότητες για Όσκαρ, ενώ κέρδισε και τη Χρυσή Σφαίρα και από τότε του δίνονταν κυρίως οι ρόλοι του κακού, τους οποίους ενσάρκωνε με απίστευτη πειστικότητα.
Με αφορμή τα 111 χρόνια από τη γέννησή του (26 Δεκεμβρίου 1914), ας γνωρίσουμε καλύτερα τον Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ.
Το χωριατόπαιδο του Χόλιγουντ
Γεννήθηκε στο Σάνραϊζ Τάουνσιπ, ένα χωριό της Μινεσότα και ήταν γιος της Έθελ Μάε (σκοτσέζικης καταγωγής) και του Καρλ Χένρι Γουίντμαρκ, που ήταν σουηδικής καταγωγής. Μεγάλωσε στο Ιλινόις, λόγω της εργασίας του πατέρα του, που ήταν εμπορικός εκπρόσωπος, ενώ σπούδασε υποκριτική στο κολέγιο Φόρεστ Λέικ, στο οποίο δούλεψε και ως δάσκαλος ορθοφωνίας. Ως ηθοποιός δούλευε στο θέατρο, σε μικρούς ρόλους στο Μπροντγουεϊ και στο ραδιόφωνο μέχρι τα 32 του χρόνια, όταν άρπαξε – η αλήθεια καθυστερημένα – τη μεγάλη ευκαιρία που του έδωσε ο Χένρι Χάθαγουεϊ με τον περιβόητο ρόλο του Τόμι Όντο στο κλασικό φιλμ νουάρ «Το Φιλί του Θανάτου», με τον οποίο γίνεται η πιο διάσημη αποτροπιαστική φιγούρα της μεγάλης οθόνης. Η επιτυχία του αυτή, θα του προσφέρει ένα επταετές συμβόλαιο στη 20th Century Fox και πρωταγωνιστικούς ρόλους δίπλα σε τεράστια ονόματα και σε σημαντικές ταινίες, όπως στο γουέστερν «Κίτρινος Ουρανός» (1948) του Γουίλιαμ Γουέλμαν και την ίδια χρονιά στο φιλμ νουάρ «Δρόμος Χωρίς Όνομα» του Γουίλιαμ Κίνγκλεϊ.
Ζητούσε συγγνώμη για τον ρατσισμό του ρόλου του
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας No Way Out (1950), όπου υποδυόταν έναν φανατικό ρατσιστή, ο Γουίντμαρκ ένιωθε τόσο άσχημα για τις ύβρεις που έπρεπε να εκστομίσει, που μετά από κάθε λήψη ζητούσε συγγνώμη από τον συμπρωταγωνιστή του, Σίντνεϊ Πουατιέ.
Η ευτυχής συνάντηση με τον Ζιλ Ντασέν
Η δεκαετία του ’50 θα σταθεί ακόμη πιο τυχερός, αφού θα έρθει η ώρα να συνεργαστεί με τον Ντασέν στο περίφημο φιλμ νουάρ «Η Νύχτα και η Πόλη», ως αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, έχοντας δίπλα του την Τζιν Τίρνεϊ. Ο Ντασέν, θέλοντας να αποφύγει τον Μακαρθισμό, θα στήσει, με φυσικό σκηνικό το Λονδίνο, μία φαινομενικά γκανγκστερική ταινία, θέλοντας να τονίσει αφενός την απληστία και αφετέρου τον χαφιεδισμό. Πρωταγωνιστής του ο Φέιμπιαν (Γουίντμαρκ), ένας οπορτουνιστής κομπιναδόρος που θέλει να πιάσει την καλή, αλλά θα βρει μπροστά του το οργανωμένο έγκλημα, μέρος του οποίου είναι και ο ίδιος. Μία αριστουργηματική ταινία χαρακτήρων, όπου διαθέτει τα πάντα: ανελέητο κυνηγητό, σπείρες, στοιχήματα, κλαμπ, νυχτερινά πλάνα, καπνό ακόμη και μία φαμ φατάλ κόντρα στην ευγενική και ρομαντική Τίρνεϊ. Πάνω απ’ όλα όμως διαθέτει έναν έξοχο πρωταγωνιστή, έναν αντιήρωα που θα βγει χαμένος στην κούρσα της απληστίας.
Το δυνατό «καταραμένο» γέλιο του
Ένα χαρακτηριστικό του σπουδαίου ηθοποιού ήταν το δυνατό γέλιο του, για το οποίο -όπως έλεγε ο ίδιος – ήταν ένας μηχανισμός άμυνας για να καλύψει την αμηχανία του από την απειρία του μπροστά στην κάμερα, αλλά και επειδή ο χαρακτήρας του στην ταινία στο «Φιλί του θανάτου» τού είχε φανεί αστείος, «ένα γελοίο κτήνος». Όμως στη συνέχεια απορούσε με την έκταση που δόθηκε. «Αυτό το καταραμένο γέλιο!» έλεγε λίγα χρόνια αργότερα. «Για δυο χρόνια έπειτα από αυτή την ταινία δεν μπορούσε κανείς να με καταφέρει ούτε να χαμογελάσω».
Δεν τον δέχτηκαν στον στρατό
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου προσπάθησε να καταταγεί τρεις φορές, αλλά απορρίφθηκε λόγω προβλήματος στην ακοή (διάτρηση τυμπάνου).
Το τέλος
Ο Γουίντμαρκ, θα παντρευτεί τη σεναριογράφο Τζιν Χάλγουντ με την οποία θα αποκτήσουν μία κόρη και θα παραμείνουν ζευγάρι, μέχρι το θάνατό της, για 55 χρόνια, ενώ το 1999 θα κάνει και τον δεύτερο γάμο του με τη στιχουργό και γνωστή σοσιαλίστρια Σούζαν Μπλανσάρντ – πρώην σύζυγος του Χένρι Φόντα. Πέθανε στα 93 του χρόνια στις 24 Μαρτίου του 2008 κι ενώ είχε απομακρυνθεί από την υποκριτική πάνω από δέκα χρόνια, αφήνοντας πίσω του σπουδαίες ερμηνείες.
