Η Πρωτομαγιά είναι η μέρα που υποτίθεται πως γιορτάζουμε το δικαίωμα στην εργασία, το οκτάωρο, την αξιοπρέπεια. Μόνο που εγώ, ως γυναίκα του σήμερα, δεν θυμάμαι πότε δούλεψα πραγματικά οκτώ ώρες. Το δικό μου οκτάωρο τελειώνει στο γραφείο και αρχίζει ξανά στο σπίτι. Και κάπου ανάμεσα, χάνομαι. Όχι επειδή δεν θέλω. Αλλά επειδή δεν γίνεται αλλιώς.
Ξυπνάω πριν από όλους. Ετοιμάζω παιδιά, τσάντες, πρωινά, λίστες. Τρέχω στη δουλειά. Μία ώρα δρόμος. Μία ώρα χαμένη από τη ζωή μου, κάθε μέρα. Στο γραφείο, η πίεση είναι δεδομένη. Να είμαι αποδοτική, συγκεντρωμένη, ήρεμη, ευγενική, αποτελεσματική. Να μην δείχνω ότι έχω σπίτι, παιδιά, γονείς που μεγαλώνουν και χρειάζονται φροντίδα. Να μην δείχνω ότι είμαι άνθρωπος.
Και μετά, το σχολείο τελειώνει στις 14:00. Εγώ σχολάω στις 17:00. Άλλες στις 18:00. Άλλες στις 19:00. Κι όμως, αν συμβεί κάτι στο μεταξύ, εγώ ευθύνομαι. Το ίδιο το σύστημα απαιτεί από εμένα να είμαι παρούσα σε ώρες που γνωρίζει ότι δεν μπορώ να είμαι. Μου ζητάει να είμαι ταυτόχρονα στη δουλειά και στο σχολείο. Στο γραφείο και στο σπίτι. Στο δρόμο και στην οικογένεια. Μου ζητάει να είμαι δύο άνθρωποι σε ένα σώμα.
Και όταν γυρίζω σπίτι, ξεκινάει ο δεύτερος γύρος. Μαγείρεμα. Πλύσιμο. Μάζεμα. Σκούπισμα. Διάβασμα παιδιών. Τακτοποίηση. Οργάνωση. Προγραμματισμός. Σούπερ μάρκετ. Λογαριασμοί. Ραντεβού. Γιατροί. Δραστηριότητες. Γενέθλια. Δώρα. Υποχρεώσεις. Μικρές και μεγάλες. Ατελείωτες. Και όλα αυτά σε μια κοινωνία που ακόμη θεωρεί ότι «η γυναίκα τα κάνει καλύτερα». Όχι, δεν τα κάνω καλύτερα. Τα κάνω γιατί αν δεν τα κάνω εγώ, δεν τα κάνει κανείς. Και αυτό δεν είναι προτέρημα. Είναι παγίδα.
Και εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι καθαρά: Η οικογένεια δεν είναι μονόδρομος. Είναι ομάδα. Ο σύζυγος πρέπει να συμβάλει. Όχι “να βοηθάει”. Να συμβάλει. Τα παιδιά πρέπει να συμμετέχουν. Όχι με τρόπο που να επιβαρύνει το διάβασμα ή τις δραστηριότητές τους, αλλά με τρόπο που να μαθαίνουν ότι το σπίτι είναι κοινή ευθύνη. Δεν μεγαλώνουμε παιδιά για να γίνουν ενήλικες που περιμένουν από μια γυναίκα να τους υπηρετεί. Μεγαλώνουμε ανθρώπους που πρέπει να μάθουν να ζουν μέσα σε μια οικογένεια που λειτουργεί με ισορροπία, όχι με θυσίες ενός μόνο μέλους.
Και υπάρχει κι ένας ακόμη ρόλος, ο πιο ύπουλος, ο πιο αθόρυβος, ο πιο εξαντλητικός: ο ρόλος της γυναίκας που πάντα κατανοεί. Που πάντα συγχωρεί. Που πάντα βρίσκει δικαιολογίες για όλους. Για τον σύντροφο που δεν αλλάζει. Για τα παιδιά που δεν βλέπουν. Για το σύστημα που δεν νοιάζεται. Για τη ζωή που τρέχει χωρίς να ρωτάει. Και όσο εκείνη κατανοεί, τόσο οι άλλοι βολεύονται. Όσο εκείνη συγχωρεί, τόσο οι άλλοι επαναλαμβάνουν τα ίδια. Και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβει, ξυπνάει μέσα σε έναν βούρκο.
Σε μια καθημερινότητα που δεν την πνίγει απότομα, την βουλιάζει αργά. Και τότε συνειδητοποιεί ότι η κατανόηση χωρίς ανταπόκριση δεν είναι αρετή. Είναι και αυτό παγίδα. Και η συγχώρεση χωρίς αλλαγή δεν είναι δύναμη. Είναι αυτοεγκατάλειψη. Κι όταν η ζωή γίνει βάλτος, δεν σώζεται με ευχές. Ή θα παλέψουν και οι δύο να την καθαρίσουν, ή πρέπει να φύγει. Να αφήσει πίσω ό,τι την τραβάει προς τα κάτω και να βρει κάτι νέο. Κάτι καθαρό. Κάτι που να θυμίζει ότι η ζωή δεν είναι τιμωρία. Είναι δικαίωμα.
Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει και το κράτος. Οι υποχρεώσεις. Οι διαδικασίες. Η γραφειοκρατία. Θέλεις να κάνεις μια απλή ενέργεια στην εφορία; Μιλάς με μηχανήματα. Στέλνεις email που δεν απαντάει κανείς. Κλείνεις ραντεβού που δεν υπάρχουν. Και στο τέλος, νιώθεις ότι είσαι μόνη απέναντι σε ένα σύστημα που σε βλέπει μόνο ως αριθμό. Όχι ως άνθρωπο. Όχι ως μητέρα. Όχι ως εργαζόμενη. Όχι ως γυναίκα.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όλα αυτά, υπάρχει και ο χρόνος. Ή μάλλον, η απουσία του. Ο χρόνος που δεν υπάρχει. Ο χρόνος που εξαφανίζεται. Ο χρόνος που δεν φτάνει. Ο χρόνος που δεν περισσεύει ούτε για να φάω. Πόσες φορές έχω κοιμηθεί στον καναπέ, ντυμένη και βαμμένη από την προηγούμενη μέρα, γιατί δεν άντεχα ούτε να σηκωθώ να πλυθώ; Πόσες φορές περνάω έξω από κομμωτήρια και νυχάδικα γεμάτα γυναίκες και σκέφτομαι: Πώς προλαβαίνουν; Πώς ζουν; Πώς τα καταφέρνουν; Και μου έρχεται να μπω μέσα και να ρωτήσω μία μία για τη ζωή της. Όχι από ζήλια. Από απορία. Από ανάγκη να μάθω πώς γίνεται να υπάρχει χρόνος για ομορφιά όταν δεν υπάρχει χρόνος ούτε για ανάσα.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όλα αυτά, υπάρχει και η ζωή. Η λέξη που ξεχνάμε. Η λέξη που δεν χωράει στο ημερολόγιο. Η λέξη που πρέπει να γίνει project. Όχι πολυτέλεια. Όχι κάτι «αν μείνει χρόνος». Αλλά κάτι που πρέπει να μπει στο πρόγραμμα με την ίδια σοβαρότητα που βάζουμε τις υποχρεώσεις.
Μήπως η ζωή μας πρέπει να γίνει project; Μήπως μόνο έτσι θα αποδώσει; Μήπως μόνο έτσι θα θυμηθούμε ότι είμαστε άνθρωποι και όχι ρομπότ; Πού είναι η χαρά; Πού είναι το γέλιο; Πού είναι η ευτυχία, αυτή που έχουμε ξεχάσει πώς μοιάζει;
Και ναι, κάποια στιγμή πρέπει να μας δουν. Να μας ακούσουν. Να μας αναγνωρίσουν. Όχι ως “ήρωες της καθημερινότητας”. Αλλά ως ανθρώπους που ζουν δύο παράλληλες ζωές: Μία στο σπίτι. Μία στη δουλειά. Δύο πλήρη ωράρια. Δύο πλήρεις ευθύνες. Δύο ρόλοι που απαιτούν το 100% μας. Και όμως, στο τέλος, αναγνωρίζεται μόνο ο ένας και αυτό αν προλάβουμε να πάρουμε σύνταξη και δεν έχουμε χαιρετήσεις το σύμπαν.
Κάποιοι άνθρωποι λένε ότι θα έπρεπε να υπάρχει μια συμβολική αναγνώριση. Μια δεύτερη σύνταξη ή κάποια προνόμια. Όχι για τα χρήματα, για το γαμώτο! Για την αναγνώριση. Για όλα αυτά που έχουμε περάσει. Για όλα αυτά που σηκώνουμε. Για όλα αυτά που δεν φαίνονται.
Και ίσως, κάποια στιγμή, κάποιος να το δει αυτό ως επένδυση. Όχι μόνο στις γυναίκες. Αλλά στην κοινωνία. Στους γονείς. Στις μονογονεϊκές οικογένειες. Σε όλους όσους προσπαθούν. Σε όλους όσους έχουν εξαντληθεί. Σε όλους όσους ζουν με χάπια για να αντέξουν. Σε όλους όσους έχουν ξεχάσει πώς είναι να ζουν χωρίς άγχος. Σε όλους όσους έχουν ξεχάσει πώς είναι να ζουν.
Η Πρωτομαγιά δεν είναι απλώς μια γιορτή. Είναι μια υπενθύμιση. Ότι ο χρόνος μας έχει αξία. Ότι η ζωή μας έχει αξία. Ότι δεν γεννηθήκαμε για να τρέχουμε μέχρι να πέσουμε. Γεννηθήκαμε για να ζούμε.
Και ήρθε η ώρα να το απαιτήσουμε. Όχι από τους άλλους μόνο. Αλλά και από τον εαυτό μας.
Και αύριο θα είναι 2 Μαΐου…
Και αύριο θα είναι 2 Μαΐου. Και, αν δεν κάνω κάτι, θα συνεχίσω μάλλον την ίδια ζωή. Την ίδια κούραση. Την ίδια διαδρομή. Την ίδια εξάντληση. Την ίδια σιωπή.
Τα έγραψα όλα αυτά για να τα διαβάσω εγώ πρώτη. Για να τα δω καθαρά, χωρίς ωραιοποιήσεις. Για να μην μπορώ να τα προσπεράσω. Για να μην μπορώ να πω «έτσι είναι η ζωή». Γιατί δεν είναι έτσι η ζωή. Έτσι έγινε. Και έτσι την αφήσαμε να γίνει.
Θέλω να βλέπω φως στο τούνελ. Όχι φως μακρινό, αόριστο, υποθετικό. Φως πραγματικό. Φως που να μπορώ να το φτάσω. Φως που να μου θυμίζει ότι υπάρχω κι εγώ μέσα σε όλα αυτά. Ότι δεν είμαι μόνο χέρια που δουλεύουν, πόδια που τρέχουν, ώμοι που σηκώνουν. Ότι είμαι άνθρωπος και έχω συναισθήματα, κάτι που οι “άλλοι” ξεχνάνε, και οι “άλλοι” είναι όλοι αυτοί που είναι μέσα στην ζωή μου, που τους έχω επιτρέψει να είναι μέσα στην ζωή μου, μέχρι να δουν την κόκκινη κάρτα.
Και το λέω σε εμένα, αλλά και σε όλες τις γυναίκες που διαβάζουν αυτές τις γραμμές: Κάντε κάτι σύντομα. Όχι αύριο. Όχι όταν «ηρεμήσουν τα πράγματα». Όχι όταν «βρεθεί χρόνος». Γιατί ο χρόνος δεν βρίσκεται. Ο χρόνος διεκδικείται. Ο χρόνος απαιτείται. Ο χρόνος κλέβεται πίσω από τις υποχρεώσεις που μας τον πήραν.
Κάντε κάτι για εσάς. Για το σώμα σας. Για την ψυχή σας. Για το μυαλό σας. Για τη ζωή σας.
Γιατί, αν δεν το κάνουμε εμείς, δεν θα το κάνει κανείς για εμάς.
Η Πρωτομαγιά είναι μια υπενθύμιση. Η 2 Μαΐου είναι η απόφαση. Η “ζωή” μας είναι το νέο project ήρθε η ώρα να το ξεκινήσουμε.
Η κραυγή μιας γυναίκας, συζύγου, μητέρας, εργαζόμενης που κουράστηκε να βουλιάζει.
Photo cover:pixabay.com/Engin_Akyurt/flower
Διαβάστε επίσης:
