Tί θέλετε ρωτά η αχτίδα., τί θέλετε ρωτά η ελπίδα μα ο άνεμος στέρεψε τη ζέστη.
Δυο μάτια σκέπτονται και δεν ξέρουν πού να καταλήξουν είναι τόσο πυκνό το μέλλον τους μια μέρα θά ‘ρθει που ο φελλός θα μιμηθεί την άγκυρα και θα κλέψει τη γεύση τού βυθού μια μέρα θά’ρθει που ο διπλός εαυτός τους θα ενωθεί πιο πάνω ή πιο κάτω από τις κορυφές που εράγισε το αποψινό τραγούδι τού Έσπερου.

Δεν έχει σημασία, η σημασία είναι αλλού ένα κορίτσι, δυό κορίτσια γέρνουν στα γιασεμιά τους κι αφανίζονται, μένει ένα ρυάκι να τα εξιστορήσει μα έσκυψαν να πιούν εκεί ακριβώς οι νύχτες μεγάλα περιστέρια και μεγάλα αισθήματα καλύπτουν τη σιγή τους.

Όλα σκιρτούνε συσπειρώνονται ήρθε φαίνεται πια η αθανασία που ζητάνε τα χέρια σφίγγοντας τη μοίρα τους που άλλαξε σώμα κι έγινε άνεμος δυνατός η αθανασία φαίνεται ήρθε έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου έτοιμος είμαι στο προσκάλεσμά σου είμαστε δυό και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις πιο γνώριμες κρωξιές τών γλάρων όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω..το σκοτάδι με χρωστάει στο φώς η γή στη θάλασσα η φουρτούνα στη γαλήνη.

Κρεμασμένος απ’τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε τα νύχτια παρελθόντα γεύομαι τους καινούριους ήχους άθλους τής δροσιάς που επίστεψαν στα δέντρα μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει τη μέρα σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της μέρα ξανθή τού ήλιου ανταμοιβή και τού Έρωτα”

Οδυσσέας Ελύτης, αποσπάσματα

Photo cover:pixabay.com/Myriams-Fotos/cobwb

Διαβάστε επίσης: