Ήταν ο αριστοκράτης γόης, ο ιδιόρρυθμος αλλά καλόκαρδος πατέρας και ο απόλυτος «μπον βιβέρ» της μεγάλης οθόνης. Σαράντα ένα χρόνια μετά τον θάνατό του και ο Λάμπρος Κωνσταντάρας παραμένει το πιο ζωντανό κομμάτι της ελληνικής ποπ κουλτούρας.
Ο σπουδαίος ηθοποιός πέθανε στις 28 Ιουνίου 1985 στο «Ασκληπιείο» της Βούλας, καθώς τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, εξαιτίας αλλεπάλληλων εγκεφαλικών επεισοδίων. Ο «Λαμπρούκος», όπως τον αποκαλούσαν, πέρα από κορυφαίος ηθοποιός, υπήρξε και μεγάλος καρδιοκατακτητής, ενώ παντρεύτηκε δύο φορές, αποκτώντας έναν γιο, τον γνωστό δημοσιογράφο, Δημήτρη Κωνσταντάρα, που έχει φύγει επίσης από τη ζωή.
Με αφορμή τη σημερινή ημέρα που έφυγε από τη ζωή ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ας ανακαλύψουμε για εκείνον άγνωστες ιστορίες της ζωής του και μικρές λεπτομέρειες.
Το 1930 κατατάχθηκε στη Σχολή Υπαξιωματικών Ναυτικού στην Κέρκυρα μετά από πίεση της οικογένειάς του. Ο ίδιος δεν άντεξε την πειθαρχία, δραπέτευσε κολυμπώντας από τη σχολή και γλίτωσε το Ναυτοδικείο χάρη στις διασυνδέσεις των γονιών του.
Γιος χρυσοχόου, δούλεψε κοντά στον πατέρα του και το 1931 βρέθηκε στο Παρίσι στα 22 του χρόνια για να σπουδάσει χρυσοχόος, προκειμένου να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση. Ωστόσο, στη Γαλλία θα ανακαλύψει το υποκριτικό του ταλέντο, όταν συμμετείχε ως κομπάρσος σε μία ταινία και στη συνέχεια σε μία θεατρική παράσταση, που σκηνοθετούσε ο σπουδαίος Γάλλος θεατράνθρωπος Λουί Ζουβέ.
Εκεί εργάστηκε στον διάσημο οίκο κοσμημάτων Cartier με τον ίδιο τον ιδιοκτήτη να είναι πρόθυμος να τον αναλάβει και να τον στηρίξει για να μάθει την συγκεκριμένη τέχνη με τον καλύτερο τρόπο. Ωστόσο, μετά από λίγο καιρό τα παράτησε, καθώς δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις καθημερινές υποχρεώσεις. Αργότερα στο Παρίσι, λόγω και της εξωτερικής του εμφάνισης και κορμοστασιάς, δούλεψε και ως μοντέλο σε διαφημίσεις της εποχής.
Είχε πολλές ιδιοτροπίες και συνήθειες, όπως να ακολουθεί πάντα συγκεκριμένο δρόμο για τη δουλειά, και να περπατάει πάντα από την ίδια μεριά του πεζοδρομίου.
Επίσης, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας δεν ήθελε με τίποτα να βλέπει κόκκινο αυτοκίνητο μπροστά του όταν πήγαινε στο γύρισμα, καθώς το θεωρούσε κακό σημάδι. Είχε τεράστια εμμονή, όμως και με τον αριθμό 13. Αν το κάθισμά του στο αεροπλάνο ή το δωμάτιο του ξενοδοχείου είχε αυτόν τον αριθμό, απαιτούσε αμέσως αλλαγή.
Όταν ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο, είχε ως όνειρο να γίνει τερματοφύλακας στην ομάδα της καρδιάς του, την ΑΕΚ. Αλλά το όνειρο έμεινε στη μέση, καθώς τον κέρδισε η υποκριτική.
Σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου, δέχτηκε πέτρα στο κεφάλι. Παρά την αιμορραγία, επέστρεψε στις κερκίδες με επίδεσμο για να δει το ματς μέχρι το τέλος
Το επίθετό του το απέκτησε ο παππούς του που τον αποκαλούσαν «παπά Κώστα με τη φωνή σαν αντάρα».
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας είχε χιούμορ και στη ζωή του. Του άρεσε να κάνει σόκιν αστεία, ενώ ήταν και αθυρόστομος.
Έζησε έναν μεγάλο έρωτα με την Χριστίνα Σύλβα, όμως η διαφορά ηλικίας ανάμεσα στους δυο ηθοποιούς ήταν μεγάλη. Η ηθοποιός λέγεται πως ήταν τόσο ερωτευμένη μαζί του που του ζήτησε να την παντρευτεί. Ο Κωνσταντάρας, όμως που είχε ήδη έναν γάμο στο ενεργητικό του και προβληματισμένος από τη διαφορά ηλικίας, δεν δέχτηκε.
Όσο για την πρώτη ταινία που γύρισε επί ελληνικού εδάφους, ήταν το 1940 με τον τίτλο «Τραγούδι του χωρισμού». Η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί και τη μοναδική σκηνοθετική απόπειρα του Φιλοποίμενα Φίνου, που όμως τότε δεν είχε και την καλύτερη υποδοχή από το κοινό.
