Υπάρχουν ηθοποιοί που γεμίζουν την οθόνη με την έντασή τους και άλλοι, πιο σπάνιοι, που την κατακτούν με την ηρεμία και την αυθεντικότητά τους. Ο Σαμ Νιλ, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 78 ετών, ανήκε ακριβώς σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία.
Πίσω από το διάσημο βλέμμα του Dr. Alan Grant στο Jurassic Park και τους δεκάδες εμβληματικούς ρόλους του, κρυβόταν ένας άνθρωπος με βαθιά καλλιέργεια, απαράμιλλο χιούμορ και μια ζωή γεμάτη ανατροπές.
Με αφορμή τον θάνατό του, ας δούμε για εκείνον άγνωστες ιστορίες
Άλλαξε το όνομά του λόγω τραυλισμού
Ο Σαμ Νιλ γεννήθηκε στη Βόρεια Ιρλανδία το 1947 και μετακόμισε με την οικογένειά του στη Νέα Ζηλανδία το 1954. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νάιτζελ Νιλ (Nigel Neill), όμως επειδή είχε έντονο τραυλισμό και το όνομά του τον έκανε στόχο για πειράγματα από τους συμμαθητές του, επέλεξε να τον φωνάζουν «Σαμ». Το νέο όνομα δεν του χάρισε μόνο την ηρεμία που έψαχνε, αλλά έγινε και το διαβατήριο για μια παγκόσμια καριέρα. Ο τραυλισμός του υποχώρησε σταδιακά, καθώς βρήκε τη φωνή του μέσα από το θέατρο και την τέχνη.
Παραλίγο να ήταν ο Τζέιμς Μποντ
Μια από τις πιο συναρπαστικές και άγνωστες ιστορίες της καριέρας του είναι ότι ο Σαμ Νιλ παραλίγο να γίνει ο επόμενος Τζέιμς Μποντ μετά τον Ρότζερ Μουρ. Το 1985, πέρασε από μια άκρως επιτυχημένη οντισιόν για τον ρόλο του θρυλικού πράκτορα 007 στην ταινία The Living Daylights. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν ήθελε καθόλου τον ρόλο. Όπως αποκάλυψε χρόνια μετά, πήγε στην οντισιόν μόνο και μόνο επειδή τον πίεζε ο μάνατζέρ του. Παρά το γεγονός ότι ο παραγωγός Άλμπερτ Μπρόκολι είχε εντυπωσιαστεί, ο ρόλος κατέληξε τελικά στον Τίμοθι Ντάλτον. Ο Νιλ ένιωσε τεράστια ανακούφιση, καθώς πάντα απεχθανόταν την ιδέα της απόλυτης εμπορευματοποίησης και της απώλειας της ιδιωτικής του ζωής.
Η χρονιά των δύο κόσμων
Το 1993 ήταν η χρονιά που ο Σαμ Νιλ κατέκτησε την κορυφή του κόσμου, πετυχαίνοντας κάτι που ελάχιστοι ηθοποιοί έχουν καταφέρει: να πρωταγωνιστεί ταυτόχρονα στο μεγαλύτερο blockbuster του πλανήτη και στο πιο ευαίσθητο καλλιτεχνικό αριστούργημα της δεκαετίας. Από τη μία, έτρεχε να σωθεί από τους δεινοσαύρους στο Jurassic Park του Στίβεν Σπίλμπεργκ, μια ταινία που άλλαξε την ιστορία του σινεμά. Από την άλλη, παρέδιδε μια καθηλωτική, σκοτεινή και γεμάτη εσωτερική ένταση ερμηνεία στα Μαθήματα Πιάνου της Τζέιν Κάμπιον. Αυτή η αντίθεση απέδειξε το μοναδικό του εύρος: μπορούσε να γίνει ο ήρωας των παιδικών μας χρόνων και ο βασανισμένος χαρακτήρας ενός κινηματογραφικού ποιήματος.
Τα αμπέλια και τα ζώα με ονόματα διασημοτήτων
Αν ρωτούσε κανείς τον Σαμ Νιλ τι ήταν, η απάντηση δεν θα ήταν «ηθοποιός». Η καρδιά του ανήκε στη γη της Νέας Ζηλανδίας, όπου ίδρυσε το δικό του οινοποιείο, το Two Paddocks. Εκεί, μακριά από τα φώτα του Χόλιγουντ, ζούσε μια απλή ζωή περιτριγυρισμένος από τη φύση και τα ζώα του. Μάλιστα, είχε μια ξεκαρδιστική και τρυφερή συνήθεια: έδινε στα ζώα της φάρμας του ονόματα διάσημων φίλων και συναδέλφων του. Είχε ένα γουρούνι που το έλεγαν Meryl Streep, μια κότα Audrey Hepburn, και ένα πρόβατο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ. Όπως έλεγε με το χαρακτηριστικό του χιούμορ: «Δεν μπορώ να φάω ποτέ ένα ζώο που το λένε Μέριλ Στριπ!».
Η «δωρεάν» θεραπεία
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Σαμ Νιλ ήρθε αντιμέτωπος με το λέμφωμα Non-Hodgkin (καρκίνος του αίματος). Αντί να κλειστεί στον εαυτό του, αντιμετώπισε την ασθένεια με μια συγκλονιστική αξιοπρέπεια που συγκίνησε το παγκόσμιο κοινό. Όταν η πρώτη του χημειοθεραπεία απέτυχε, οι γιατροί τού πρότειναν ένα πειραματικό, πανάκριβο φάρμακο. Ο Σαμ Νιλ υπέγραψε τότε ένα περίεργο συμβόλαιο με τη φαρμακευτική εταιρεία: η θεραπεία θα του παρεχόταν εντελώς δωρεάν, υπό τον όρο ότι θα κατάφερνε να μείνει ζωντανός για τους επόμενους 4 μήνες. Όχι μόνο τα κατάφερε, αλλά λίγο καιρό μετά βγήκε επίσημα καθαρός από τον καρκίνο.
Η τελευταία και πιο γενναία μάχη
Κατά τη διάρκεια των θεραπειών του, άρχισε να γράφει τις αναμνήσεις του στο βιβλίο Did I Ever Tell You This? (Σας το έχω πει αυτό;), όχι από φόβο για το τέλος, αλλά επειδή, όπως δήλωσε: «συνήθιζα να δουλεύω κάθε μέρα και ξαφνικά δεν είχα τι να κάνω. Έπρεπε να γράψω για να έχω έναν λόγο να ξυπνάω». Ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, δεν έχασε ποτέ την ευγένεια και το χαμόγελό του, δηλώνοντας ευγνώμων για κάθε μέρα που περνούσε κάτω από τον ήλιο.
