Υπάρχουν ηθοποιοί που παίζουν ρόλους και ηθοποιοί που κλέβουν την παράσταση με λίγα μόνο λεπτά στην οθόνη. Ο Νίκος Φέρμας ανήκει δικαιωματικά στους κορυφαίους καρατερίστες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου.
Με το χαρακτηριστικό συρτό του βάδισμα, τη βραχνή φωνή και το μόνιμο καβουράκι στο κεφάλι του, ο Φέρμας απέδειξε ότι δεν υπάρχουν μικροί ρόλοι, παρά μόνο μεγάλοι ηθοποιοί. Εξάλλου, μέχρι και σήμερα, είναι γνωστός ως ένας από τους καλύτερους δευτεραγωνιστές που πέρασαν από το ελληνικό σινεμά.
Ο Νίκος Φέρμας, άλλωστε, δεν χρειαζόταν σελίδες διαλόγου για να επιβληθεί, του αρκούσε μια κίνηση του χεριού, ένα βλέμμα κάτω από το καπέλο ή μια κοφτή ατάκα για να ξεχωρίσει και να «κλέψει» την παράσταση ακόμη και από τους κύριους πρωταγωνιστές. Και η ικανότητά του να μεταμορφώνει έναν στερεοτυπικό ρόλο «μάγκα» σε έναν ολοκληρωμένο, πολυδιάστατο χαρακτήρα με δικό του ηθικό κώδικα, είναι ο λόγος που παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς στην ιστορία του ελληνικού σινεμά.
Πώς βγήκε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Φέρμας»
Το πραγματικό όνομά του ήταν Νίκος Χατζηανδρέου. Στα πρώτα του βήματα στο θέατρο, κατά τη δεκαετία του 1920, γύριζε την ελληνική επαρχία παίζοντας με διάφορα μπουλούκια. Σε μια παράσταση, έπρεπε να υποδυθεί έναν ρόλο όπου στεκόταν εντελώς ακίνητος, προσηλωμένος και σε απόλυτη ετοιμότητα, περιμένοντας το σύνθημα για να δράσει. Ένας συνάδελφός του, βλέποντάς τον σε αυτή τη στάση στα παρασκήνια, φώναξε δυνατά: «Κοιτάξτε τον, έχει κάτσει φέρμα σαν το κυνηγόσκυλο!». Το αστείο άρεσε τόσο πολύ στον θίασο και την πιάτσα που το «Φέρμας» αντικατέστησε για πάντα το επίθετό του.
Από κλητήρας στη Μυτιλήνη, εργάτης του σανιδιού
Γεννημένος στη Λέσβο το 1905 και ορφανός από πατέρα μόλις από τα τρία του χρόνια, ο Νίκος Φέρμας μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια, με τη μητέρα του να εργάζεται σκληρά για να τον αναστήσει. Στα νεανικά του χρόνια, κατάφερε να προσληφθεί ως κλητήρας σε τράπεζα της Μυτιλήνης. Ωστόσο, η αυστηρή πειθαρχία δεν του ταίριαζε καθόλου. Σύντομα τα παράτησε, καθώς δεν άντεχε το ωράριο, τη στολή και κυρίως το υπηρεσιακό καπέλο που έπρεπε να φοράει. Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι χρόνια αργότερα, ένα άλλο καπέλο —το περίφημο καβουράκι— θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του και το σύμβολο της κινηματογραφικής του ταυτότητας.
Όταν ο «σκληρός» έφαγε ξύλο από τον Ντίνο Ηλιόπουλο
Στις περισσότερες εμφανίσεις του, ο Νίκος Φέρμας ενσάρκωνε τον βαρύ άντρα που επέβαλλε τον νόμο της πιάτσας. Υπήρξε όμως μία και μοναδική φορά στην καριέρα του που ο ρόλος αντιστράφηκε ολοκληρωτικά στην οθόνη. Αυτό συνέβη στην κλασική κωμωδία «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος». Σε μια από τις πιο αστείες σκηνές, ο Φέρμας εμφανίζεται στο γραφείο του Διονύση Παπαγιαννόπουλου γεμάτος τσιρότα, επιδέσμους και με δεμένο χέρι. Με παράπονο καταγγέλλει ότι ο «τζες» που κυνηγούσε την κόρη του αφεντικού τον έκανε… ασήκωτο. Ο «τζες» δεν ήταν άλλος από τον μικροκαμωμένο και χαμηλών τόνων χαρακτήρα που υποδυόταν ο Ντίνος Ηλιόπουλοις.
Η μπέσα και η απόλυτη εμπιστοσύνη του Φιλοποίμενα Φίνου
Στον καλλιτεχνικό κόσμο, ο Φέρμας ήταν γνωστός ως ο πιο «μπεσαλής» άνθρωπος. Ο ισχυρός άνδρας της Finos Film, ο Φιλοποίμην Φίνος, έτρεφε τεράστια εκτίμηση στο πρόσωπό του επειδή ο ηθοποιός δεν χρησιμοποιούσε ποτέ γραπτά συμβόλαια. Η συμφωνία τους γινόταν πάντα με έναν λόγο και μια χειραψία. Όταν μάλιστα ο Φέρμας αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, ο Φίνος του έδινε προκαταβολές χωρίς δεύτερη σκέψη, γνωρίζοντας ότι θα ήταν ο πρώτος που θα εμφανιζόταν στο γύρισμα, απόλυτα διαβασμένος και ακριβής, για να τιμήσει τον λόγο του.
Ο Νίκος Φέρμας έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή από ανακοπή, στις 14 Αυγούστου 1972, σε ηλικία 67 ετών.
4 κινηματογραφικές στιγμές που έγραψαν ιστορία
«Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948): Το κινηματογραφικό του ντεμπούτο σε ηλικία 43 ετών. Υποδύεται έναν τρόφιμο φρενοκομείου και, παρά τον μικρό ρόλο, κλέβει τις εντυπώσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για τη σπουδαία καριέρα του.
«Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο» (1955): Εδώ, τον συναντάμε δίπλα στον Βασίλη Αυλωνίτη και τον Μίμη Φωτόπουλο. Η παρουσία του ως ο μάγκας της επαρχίας δίνει τον απαραίτητο λαϊκό παλμό στην ταινία, κάνοντας τον ρόλο του αξιομνημόνευτο.
«Λόλα» (1964): Σε έναν σπάνιο, καθαρά δραματικό ρόλο. Η παρουσία του στην εμβληματική σκηνή του καμπαρέ δίπλα στον Νίκο Κούρκουλο και τον Σπύρο Καλογήρου αναδεικνύει το τεράστιο υποκριτικό του βάθος.
«Καλώς ήλθε το δολάριο» (1967): Ως Σταύρος, ιδιοκτήτης του καμπαρέ «Μπλου Μπλακ», δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας υποδυόμενος έναν άνθρωπο της νύχτας που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα κέρδη και τον δικό του ιδιότυπο κώδικα τιμής.
