Ένα πρωινό του Ιουνίου του 1998, η ζωή της Μαρίας ντελ Κάρμεν Γκαρσία και της οικογένειάς της έμελλε να αλλάξει για πάντα με τον πιο δραματικό τρόπο. Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες στο Μπενεχούθαρ του Αλικάντε, όταν η Μαρία έστειλε την 13χρονη τότε κόρη της, Βερόνικα, να αγοράσει ψωμί. Η μικρή δεν επέστρεψε ποτέ η ίδια.

Στον δρόμο της διασταυρώθηκε με τον Αντόνιο Κόσμε, έναν 63χρονο άνδρα, παντρεμένο και πατέρα τεσσάρων παιδιών, ο οποίος εργαζόταν ως χτίστης. Εκμεταλλευόμενος την αθωότητα του παιδιού, της έβαλε ένα μαχαίρι στον λαιμό και την ανάγκασε να τον ακολουθήσει σε ένα κοντινό πευκοδάσος, όπου τη βίασε. Η καταγγελία του κοριτσιού δίχασε τη μικρή κοινωνία του Μπενεχούθαρ, καθώς ήταν αρκετοί εκείνοι που πήραν το μέρος του βιαστή, θεωρώντας ότι εκείνος ήταν ένας καλός οικογενειάρχης και το κορίτσι έλεγε ψέματα.

Ωστόσο, στο δικαστήριο οι ισχυρισμοί του κοριτσιού επιβεβαιώθηκαν ιατροδικαστικά. Ο Αντόνιο Κόσμε καταδικάστηκε σε 9 χρόνια φυλάκισης. Η ποινή ήταν μικρή, ενώ το ψυχικό τραύμα που προκάλεσε ο βιασμός της Βερόνικας ήταν βαθύ. Για χρόνια, η μητέρα της, η Μαρία παρακολουθούσε την κόρη της να μαραζώνει και η ίδια βυθιζόταν σε σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή, ανίκανη να διαχειριστεί την τραγωδία.

Η μοιραία συνάντηση στη στάση του λεωφορείου

Το καλοκαίρι του 2005, ο Αντόνιο Κόσμε άρχισε να λαμβάνει ολιγοήμερες άδειες από τη φυλακή. Λόγω μιας σοβαρής παράλειψης του δικαστικού συστήματος, δεν είχε εκδοθεί καμία περιοριστική εντολή εναντίον του, ούτε η εισαγγελία είχε ζητήσει κάτι τέτοιο. Το χειρότερο όλων; Η οικογένεια του θύματος δεν είχε καν ενημερωθεί ότι ο βιαστής κυκλοφορούσε ελεύθερος στους ίδιους δρόμους της πόλης.

Ένα πρωινό του Ιουνίου του 2005, η μοίρα έστησε το πιο σκληρό παιχνίδι. Ενώ η Μαρία ντελ Κάρμεν Γκαρσία περίμενε το λεωφορείο, είδε έναν άνδρας να την πλησιάζει και με μία προκλητική ειρωνεία τής φώναξε: «Καλημέρα, κυρία, πώς είναι η κόρη σας;».

Ήταν ο βιαστής του ίδιου της του παιδιού, τον οποίο έβλεπε να απομακρύνεται ατάραχος σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Σαν να μην την είχε καταδικάσει σε έναν «ζωντανό» θάνατο, πριν επτά χρόνια. Εκείνο το δευτερόλεπτο, τα επτά χρόνια βουβού πόνου, η αδικία και ο φόβος μετατράπηκαν σε μια τυφλή έκρηξη οργής για τη μάνα. Σε κατάσταση απόλυτου αμόκ, η Μαρία έτρεξε σε ένα κοντινό βενζινάδικο, γέμισε ένα μπουκάλι με βενζίνη και μπήκε στο κατάστημα όπου βρισκόταν ο Κόσμε.

Τον περιέλουσε και του πέταξε ένα αναμμένο σπίρτο. «Με θυμάσαι; Λοιπόν, για να μην με ξεχάσεις», του φώναξε, καθώς ο άνδρας τυλιγόταν στις φλόγες. Ο Αντόνιο Κόσμε μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με εγκαύματα σε πάνω από το 60% του σώματός του, υποκύπτοντας δέκα ημέρες αργότερα.

Η δίκη που δίχασε την Ισπανία

Η πράξη αυτοδικίας της Μαρίας ντελ Κάρμεν Γκαρσία, την οποία η κοινή γνώμη βάφτισε «Μητέρα Κουράγιο», άνοιξε μια τεράστια δικαστική και κοινωνική συζήτηση στην Ισπανία, φέρνοντας στο φως τις αποτυχίες του συστήματος. Η προϊστορία της υπόθεσης είχε ξεκινήσει χρόνια πριν, όταν τον Σεπτέμβριο του 2001 το Ανώτατο Δικαστήριο είχε επικυρώσει την 9ετη ποινή φυλάκισης του Αντόνιο Κόσμε για τον βιασμό της 13χρονης.

Όταν η Μαρία βρέθηκε η ίδια στο εδώλιο για την ανθρωποκτονία του βιαστή του παιδιού της, η αρχική πρωτόδικη ποινή ήταν 9,5 χρόνια. Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε τελικά την ποινή της σε λίγο λιγότερο από έξι χρόνια, αναγνωρίζοντας τη σοβαρή ψυχική διαταραχή από την οποία υπέφερε. Από την τελική αυτή ποινή αφαιρέθηκε ο χρόνος που είχε ήδη περάσει προφυλακισμένη στο ψυχιατρικό νοσοκομείο των φυλακών Fontcalent.

Ωστόσο, μία από τις πιο προκλητικές πτυχές της δικαστικής απόφασης παρέμεινε η εξόφθαλμη οικονομική ανισότητα. Ενώ στον Κόσμε είχε επιβληθεί αποζημίωση μόλις 18.000 ευρώ προς το θύμα του –από τα οποία πλήρωσε τελικά μόνο 6.000 ευρώ– η δικαιοσύνη διέταξε τη Μαρία να καταβάλει στην οικογένεια του θανόντος το εξωπραγματικό ποσό των σχεδόν 150.000 ευρώ. Παράλληλα, της επιβλήθηκε 12ετής περιοριστική εντολή που της απαγόρευε να πλησιάσει την οικογένεια του Κόσμε.

Η επιβολή της περιοριστικής εντολής σήμαινε πρακτικά ότι η Μαρία δεν μπορούσε να επιστρέψει στο χωριό της, το Μπενεχούθαρ. Ωστόσο, η επιστροφή της εκεί δεν θα ήταν εύκολη για έναν ακόμη λόγο: τη στάση των ίδιων των συγχωριανών της. Ένα μεγάλο μέρος της τοπικής κοινωνίας επέλεξε να ταχθεί με το μέρος του δράστη, κατηγορώντας τη 13χρονη Βερόνικα ότι «υπερέβαλε», μετατρέποντας το θύμα σε κατηγορούμενο.

Χρόνια αργότερα, η Βερόνικα έσπασε τη σιωπή της. Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Cadena SER, θυμήθηκε με πόνο την παρενόχληση που δεχόταν από τον κύκλο του δράστη. Στην πόλη μου, με αποκαλούσαν “η βιασμένη γυναίκα”. Κατηγορήθηκα ότι δεν με βίασαν επειδή πήγα σχολείο το συντομότερο δυνατό, επειδή ήθελα απλώς να βγω από το σπίτι μου», εξομολογήθηκε.

Ο κόσμος στο πλευρό της μάνας και η αποφυλάκιση

Ωστόσο, η πλειοψηφία του κόσμου ήταν με το πλευρό της μάνας και της κόρης της. Χιλιάδες Ισπανοί ζητούσαν να απονεμηθεί χάρη στη μητέρα, συγκεντρώνοντας μάλιστα χιλιάδες υπογραφές. Παρά τις έντονες πιέσεις της κοινωνίας, η ισπανική κυβέρνηση απέρριψε το αίτημα απονομής χάρης. Τον Μάιο του 2014, η Μαρία επέστρεψε στη φυλακή για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής της.

Η παραμονή της πίσω από τα κάγκελα δεν κράτησε πολύ. Η υποδειγματική της διαγωγή και η εύθραυστη ψυχολογική της κατάσταση οδήγησαν τις αρχές στο να της χορηγήσουν τον Νοέμβριο του 2017 το καθεστώς του «τρίτου βαθμού». Μόλις έναν μήνα αργότερα, τα Χριστούγεννα του 2017, αφέθηκε οριστικά ελεύθερη με αναστολή.

Σήμερα, η Μαρία ντελ Κάρμεν Γκαρσία ζει μακριά από τη δημοσιότητα, προσπαθώντας να αφήσει πίσω της την τραγική αυτή ιστορία. Το ίδιο και η κόρη της Βερόνικα, η οποία άλλαξε πόλη, έχοντας φτιάξει τη ζωή της.

Με πληροφορίες από το elperiodico.com