«Να κάνω νάνι…», αυτές ήταν οι τελευταίες τρεις λέξεις του 4χρονου αγοριού προς τη μητέρα του πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του. Ήταν οι τελευταίες τρεις λέξεις του Παναγιώτη Βασιλέλλη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή, χωρίς ποτέ να κατανοήσει, γιατί κάποιοι τού στέρησαν το δικαίωμα στην ελπίδα. Τού στέρησαν να παλέψει για τη ζωή του.
Έχουν περάσει 25 χρόνια από τον θάνατο του Παναγιώτη Βασιλέλλη (τον Μάρτιο του 2001), του παιδιού που έπεσε θύμα της ελληνικής γραφειοκρατίας και η ιστορία του ήρθε ξανά στο προσκήνιο με αφορμή τη μίνι σειρά του Σωτήρη Τσαφούλια, «Ριφιφί» που συνδύασε τη μεγάλη κλοπή στην τράπεζα Εργασίας με τον Γολγοθά που ανέβηκε η οικογένεια του παιδιού από τη Μυτιλήνη.
Ο μικρός Παναγιώτης είχε διαγνωσθεί το 1999 με μία σπάνια μορφή λευχαιμίας. Ήταν μόλις δεκαοκτώ μηνών. Στην Ελλάδα δεν υπήρχαν οι ιατρικές υποδομές για να σώσουν το αγοράκι. Η μόνη σωτηρία του ήταν να πάει στις ΗΠΑ στο νοσοκομείο «Μεμόριαλ», για να υποβληθεί σε μία ειδική θεραπεία. Τα έξοδα του ταξιδιού ήταν υπέρογκα, που άγγιζαν τότε τις 100.000.000 δραχμές (περίπου 300.000 ευρώ, σημερινά). Οι γονείς του ήταν άνθρωποι του μόχθου και ο οικοδόμος πατέρας του είχε αφήσει στην άκρη τη δουλειά, ψάχνοντας τρόπους για να γιατρευτεί το μοναχοπαίδι τους.
Όλη η Ελλάδα μια αγκαλιά για τον Παναγιώτη
Τότε, ένας τοπικός σταθμός στη Μυτιλήνη, ξεκίνησε έναν φιλανθρωπικό έρανο προκειμένου να μαζευτούν τα χρήματα που απαιτούνταν για να μπορέσει να ταξιδέψει ο Παναγιώτης στην Αμερική. Η ιστορία του μωρού γίνεται γνωστή στο Πανελλήνιο και όλη Ελλάδα γίνεται μια μεγάλη αγκαλιά για τον Παναγιώτη και τους γονείς του.
Τα χρήματα συγκεντρώνονται και καθώς θα περίμενε κανείς πως ο μικρούλης θα έφευγε για την Αμερική για να δώσει τη δική του μάχη με τη σπάνια μορφή καρκίνου, δυστυχώς, πέφτει πάνω στην ανίατη ασθένεια του ελληνικού δημοσίου, τη γραφειοκρατία.
Η «Εθνική Τράπεζα», όπου είχε ανοιχτεί ο λογαριασμός, τον χαρακτήρισε “ερανικό” και πατώντας στο νόμο 5101 τού 1931, δεν επέτρεψε την αποδέσμευση χρημάτων. Παρά τις δραματικές εκκλήσεις των γονιών του, η καθυστέρηση υπήρξε μοιραία. Όταν τελικά εγκρίθηκε μέρος των χρημάτων και το παιδί μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ, η κατάστασή του είχε ήδη επιδεινωθεί μη αναστρέψιμα με μεταστάσεις. Ο Παναγιώτης «έσβησε» στις 5 Μαρτίου 2001, σε ηλικία 3 ετών.
Ο θάνατός του συντάραξε το Πανελλήνιο. Ο Παναγιώτης είχε γίνει το μικρό παιδί όλων των Ελλήνων. Παρακολουθούσαν όλοι με αγωνία την πορεία της υγείας του, αλλά και τις προσπάθειες να μαζευτούν τα χρήματα για να φύγει για την Αμερική.
Ο θάνατος τού και η ελληνική γραφειοκρατία
«Δεν μας έμεινε τίποτα» δήλωνε συντετριμμένος ο πατέρας του, Στρατής Βασιλέλλης. «Χάσαμε το
παιδί μας. Χάσαμε τον κόσμο όλο. Μόνο να παλέψουμε την αδικία μπορούμε, μ’ όση δύναμη έχουμε“. Η καρδιά των γονιών έχει πετρώσει και το μόνο που ζητούν πια ήταν δικαιοσύνη. Να αποδοθούν ευθύνες σε όσους με τις ενέργειές τους και με την αδιαφορία τους για μια παιδική ψυχή,
“έκοψαν” το νήμα της ζωής του μονάκριβου παιδιού τους, που του στέρησαν την ελπίδα, απλά και μόνο για να τηρήσουν το γράμμα του νόμου.
Ο θάνατος του Παναγιώτη παίρνει και πολιτικές διαστάσεις, με τις δηλώσεις υπουργών και στελεχών της τότε κυβέρνησης να “ρίχνουν” λάδι στη φωτιά, αντί να κατευνάσουν τα πνεύματα. «Έκλεισε το θέμα. Άλλη ερώτηση», είχε δηλώσει ο τότε υπουργός Υγείας και Πρόνοιας, Αλέκος Παπαδόπουλος, στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων για το τραγικό αυτό περιστατικό.
Η τράπεζα, μετά από κρατική παρέμβαση, αποδέσμευσε το ποσό, διαθέτοντάς το «σε κοινωνικά ιδρύματα για το παιδί», δύο ημέρες μετά τον θάνατο τού Παναγιώτη Βασιλέλλη, προφανώς λόγω τής δημόσιας κατακραυγής και τής καταδίκης τής ελληνικής κοινωνίας. Η κυβέρνηση εκδήλωσε την «θλίψη» της για τον θάνατο τού παιδιού και την «συμπαράστασή της στην οικογένεια», αρνούμενη ωστόσο τις ευθύνες που της αναλογούσαν.
Οι γονείς του Παναγιώτη κινήθηκαν νομικά, θέλοντας να αποδοθεί δικαιοσύνη για τον θάνατο του παιδιού τους. Τον Δεκέμβριο τού 2008, η Δικαιοσύνη αποφάνθηκε πώς ουδείς είχε ευθύνη για τον θάνατο του, ενώ το 2009 η αίτηση αναίρεσης τής αποφάσεως αυτής από τον αντεισαγγελέα τού Αρείου Πάγου, Δημήτριο Λεκκό, απορρίφθηκε από το Ποινικό Τμήμα τού Αρείου Πάγου. Και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. “Και τώρα νάνι….”.
Όταν ο Σωτήρης Τσαφούλιας βοήθησε την τραγική οικογένεια και το Ριφιφί
Όπως είπαμε και παραπάνω, η ιστορία του 3χρονου Παναγιώτη ήρθε στο προσκήνιο χάρη στη σειρά του Σωτήρη Τσαφούλια, Ριφίφί». Όμως, η σύνδεση του σκηνοθέτη με την οικογένεια Βασιλέλλη είναι άμεση, πέρα της σειράς.
Περίπου τέσσερα χρόνια μετά την απώλεια του παιδιού τους, η μοίρα χτύπησε ξανά την οικογένεια στη Μυτιλήνη. Τσακισμένοι από το πένθος, οι γονείς βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν νέο, παράλογο εφιάλτη: ο κρατικός μηχανισμός τούς καταλόγισε υπέρογκους φόρους, θεωρώντας τα χρήματα που είχε μαζέψει ο ελληνικός λαός στον έρανο ως «εισόδημα». Επειδή αδυνατούσαν να πληρώσουν αυτό το άδικο χρέος, η εφορία έβγαλε το σπίτι τους σε πλειστηριασμό.
Μαθαίνοντας την αδικία, ο Σωτήρης Τσαφούλιας δεν έμεινε απλός παρατηρητής. Με μια σιωπηλή πράξη αλληλεγγύης, μπήκε μπροστά οικονομικά, κάλυψε τις οφειλές και έσωσε το σπίτι της οικογένειας. Από εκείνη τη στιγμή, ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τους γονείς γεννήθηκε ένας ισχυρός δεσμός εμπιστοσύνης και μια υπόσχεση: η μνήμη του Παναγιώτη να μην σβήσει ποτέ.
Δύο δεκαετίες μετά, αυτή η υπόσχεση έγινε πράξη μέσα από τη σειρά «Ριφιφί». Η τηλεοπτική μεταφορά της ιστορίας δεν ήταν ένα απλό σενάριο μυθοπλασίας, αλλά ένα χρέος τιμής και ένα ηχηρό μήνυμα ενάντια στην κρατική αναλγησία, φέρνοντας στο φως την αλήθεια ενός παιδιού που «έφυγε» νωρίς, αλλά άφησε πίσω του ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα.
