Μια ανάρτηση στο Instagram έκανε ο συλλέκτης και δημοσιογράφος Άρης Λουπάσης με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Στη λεζάντα μάς δίνει πληροφορίες για τους δύο αξέχαστους ηθοποιούς και την συνύπαρξη τους στο θεατρικό σανίδι:
«Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ με τον Αλέκο Αλεξανδράκη το καλοκαίρι του 1995 στις πρόβες του έργου “Ο θείος Βάνιας” του Τσέχωφ το οποίο ανεβαίνει τον Οκτώβριο του ίδιου έτους στο θέατρο “Διονύσια” (σημερινό “Δημήτρης Χορν”) σε σκηνοθεσία Μάγιας Λυμπεροπούλου και την συμμετοχή των Αντώνη Θεοδωρακόπουλου, Φιλαρέτης Κομνηνού και Μίνας Χειμώνα. Ένα από τα σημαντικότερα αριστουργήματα του Ρώσου δραματουργού που γράφτηκε το 1898 και πρωτοπαρουσιάστηκε το 1899 από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, σε σκηνοθεσία του Κονσταντίν Στανισλάβσκι.
Ο συγγραφέας εστιάζει στην πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων και την αδυναμία των ηρώων να επικοινωνήσουν ουσιαστικά, αντιμετωπίζοντας τη σκληρή πραγματικότητα των ανεκπλήρωτων φιλοδοξιών και του έρωτα. Η παράσταση στο θέατρο Διονύσια υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές παραγωγές εκείνης της εποχής, με την συνεργασία των δύο μεγάλων ηθοποιών να αναδεικνύει συγκλονιστικά την κλασική αυτή δραματουργία του Άντον Τσέχωφ, κερδίζοντας τις εντυπώσεις του κοινού και των κριτικών. Η ερμηνεία του Παπαμιχαήλ ως “Θείος Βάνιας” χαρακτηρίστηκε από ένταση, αυθεντικότητα και μια βαθιά εσωτερικότητα που ταίριαζε απόλυτα στον χαρακτήρα. Με τη μακρά θεατρική του εμπειρία και τη φυσικότητά του, κατόρθωσε να αποδώσει τη μοναξιά και τη ματαιότητα που διαπνέουν τον Βάνια, αφήνοντας ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ρόλο.
Ο Αλεξανδράκης ερμήνευσε τον ρόλο καθηγητή Σερεμπριάκωφ όπου μέσα από την πνευματικότητα και το υποκριτικό του βάθος έδωσε στον χαρακτήρα μία ιδιαίτερη ευαισθησία, προσφέροντας στο κοινό μια από τις πιο δυνατές θεατρικές του ερμηνείες. Ο θείος Βάνιας” παραμένει ένα από τα πιο συγκινητικά και βαθυστόχαστα έργα του Τσέχωφ, αποτελώντας ένα σημείο αναφοράς για το σύγχρονο θέατρο. “Είχα την ευτυχία, ως φοιτητής τότε, να παρακολουθήσω τη συγκεκριμένη παράσταση και το παρόν κείμενο αποτελεί την προσωπική μου κριτική, όπως τη βίωσα μέσα από τη μοναδική εκείνη θεατρική εμπειρία».









