Στις 6 Αυγούστου του 1992, η Βούλα Πατουλίδου κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στα 100 μέτρα μετ’ εμποδίων, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης, φωνάζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής της «Για την Ελλάδα ρε γαμώτο».
Όμως, ελάχιστοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν ότι πολλά χρόνια πριν και συγκεκριμένα, το 1946, ένας άλλος Έλληνας αθλητής, είχε φωνάξει πρώτος «Για την Ελλάδα». Ένας αθλητής που κανονικά το όνομά του θα έπρεπε να ήταν ένας μύθος για εμάς τους Έλληνες, όμως, λίγοι σήμερα γνωρίζουν ποιος ήταν ο Στέλιος Κυριακίδης και τι άθλο είχε πετύχει, όχι μόνο αθλητικά, αλλά και ανθρώπινα.
Ο μαραθωνοδρόμος με καταγωγή από την Κύπρο, στις 20 Απριλίου του 1946 είχε κερδίσει στον Μαραθώνιο της Βοστώνης, φωνάζοντας στον τερματισμό «For Greece!». Με χρόνο 2:29:27 πέτυχε την κορυφαία ευρωπαϊκή επίδοση της εποχής και μια από τις μεγαλύτερες πράξεις αθλητικής ανθρωπιάς του 20ού αιώνα, ενώ έκανε τον τότε Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Χάρι Τρούμαν, να τον καλέσει στον Λευκό Οίκο για να γνωρίσει από κοντά τον «κοκαλιάρη αθλητή», ο οποίος είχε φτάσει με πολύ κόπο κι εμπόδια στις ΗΠΑ για να τρέξει στον μεγάλο Μαραθώνιο, όχι για εκείνον, αλλά για «7 εκατομμύρια πεινασμένους Έλληνες», όπως είπε ο Στέλιος Κυριακίδης στους δημοσιογράφους μετά τη μεγαλειώδη νίκη του, ο οποίος δεν ήθελε για τον ίδιο χρήματα, δόξα και και μετάλλια. Το μόνο που ζητούσε, ήταν να βοηθήσει ο κόσμος όσο μπορούσε την Ελλάδα που πεινούσε και μάτωνε, καθώς είχε ήδη μπει στο σκοτεινό τούνελ του αλληλοσπαραγμού του Εμφυλίου.
Μάλιστα, προς τιμήν του Κυριακίδη, όταν επέστρεψε στην πατρίδα, στις 23 Μαΐου 1946, φωταγωγήθηκε η Ακρόπολη και εκείνη ήταν η πρώτη φορά, μετά την Κατοχή, που άναψαν τα φώτα στον Ιερό Βράχο.

Από την Κύπρο στην κορυφή του κόσμου στις ΗΠΑ
Ο Στέλιος Κυριακίδης γεννήθηκε στις 4 Μαΐου 1910 στην Πάφο. Γιος αγροτών, έδειξε από μικρός ότι είχε κλίση στο… περπάτημα. Με την παραμικρή αφορμή «πεταγόταν» από το χωριό του στο απέναντι και διένυε την απόσταση των 20 χλμ. χωρίς καμία αντίρρηση. Έφηβος πια εκπροσωπούσε το χωριό του σε αγροτικούς αγώνες και το 1930 γράφτηκε στον γυμναστικό σύλλογο Ολύμπια Λεμεσού, όπου έμεινε μέλος του μέχρι τον θάνατό του.
Το 1934 μετακόμισε στην Αθήνα και πήγε για δουλειά στην ΔΕΗ (τότε Ηλεκτρική Ενέργεια). Εκπροσώπησε την Ελλάδα σε Βαλκανικούς Αγώνες ενώ κατάφερε να καταρρίψει την πανελλήνια επίδοση του Σπύρου Λούη για να πάρει την πιο ωραία συμβουλή από έναν σπουδαίο Ολυμπιονίκη: «Παιδί μου, Στέλιο, να τρέχεις πάντα, γιατί εμείς οι Έλληνες γεννηθήκαμε για να τρέχουμε. Μόνο έτσι καταφέραμε να ζήσουμε τόσους αιώνες» φέρεται ότι του είπε όταν τον υποδέχτηκε στο σπίτι του.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η κατάληψη της χώρας μας από τις γερμανικές δυνάμεις βρίσκουν τον Στέλιο Κυριακίδη στην Αθήνα. Ο ελληνικός λαός βιώνει τα δεινά της Κατοχής.Ο Στέλιος Κυριακίδης παντρεύεται και δίνει στη σύζυγό του, Ιφιγένεια, ως γαμήλιο δώρο μισό ψωμί. Το 1943, ο συλλαμβάνεται, μαζί με άλλα 49 άτομα, για τον φόνο ενός Γερμανού στρατιώτη. Για καλή του τύχη ο Γερμανός αξιωματικός υπηρεσίας ήταν μαραθωνοδρόμος. Έτσι όταν βλέπει στο πορτοφόλι του τη διαπίστευση του Κυριακίδη από τους Αγώνες του Βερολίνου, τον αφήνει ελεύθερο. Οι υπόλοιποι εκτελούνται.
Με το τέλος της κατοχής, ο Κυριακίδης επιστρέφει στον αθλητικό στίβο. Το 1946 λαμβάνει πρόσκληση από τους διοργανωτές του 50ού Μαραθωνίου της Βοστόνης. Αποφασίζει να πάρει μέρος, παρόλο που απείχε από αθλητικές δραστηριότητες για πολύ καιρό. Οι δυσκολίες για το ταξίδι στη Βοστόνη είναι πολλές, με κυριότερη το οικονομικό.
Τα ταξίδι με καράβι θα στερούσε από τον μαραθωνοδρόμο την προπόνηση, ενώ το εισιτήριο με το αεροπλάνο ήταν ακριβό. Αποφασίζει να πουλήσει κάποια έπιπλα για να εξασφαλίσει το ποσό. Η ΔΕΗ του έδωσε 1.000 δολάρια και τα χρήματα συγκεντρώθηκαν, αλλά το εισιτήριο είχε εκδοθεί χωρίς επιστροφή διότι τα λεφτά δεν έφταναν.
Ο Μαραθώνιος της Βοστόνης ήταν από τους δυσκολότερους της εποχής. Φαβορί για τη διοργάνωση του 1946 ήταν ο Άγγλος Κένεθ Μπέιλι και ο Αμερικανός, νικητής της προηγούμενης χρονιάς, Τζόνι Κέλι. Κανένας δεν υπολόγιζε τον ταλαιπωρημένο από την πείνα της Κατοχής, «κοκαλιάρη» Στέλιο Κυριακίδη. Η φυσική του κατάσταση δεν ήταν καλή και οι γιατροί είχαν ενστάσεις για τη συμμετοχή του, αν θα τα καταφέρει. Ο Κυριακίδης όμως ήταν αποφασισμένος να τρέξει και τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Υπογράφει υπεύθυνη δήλωση ότι είναι ενήμερος για τον κίνδυνο και ετοιμάζεται για τον αγώνα, που έμελλε να γράψει ιστορία.
Η κούρσα είναι δύσκολη, αλλά εκείνος έχει το ψυχικό σθένος να περνάει τον έναν μετά τον άλλον αθλητή. Στα μέσα της διαδρομής ακούει έναν ομογενή να του φωνάζει: «Για την Ελλάδα, Στέλιο μου. Για τα παιδιά σου».
Τα λόγια τού βάζουν φτερά στα πόδια. Μαζεύει όλα τα σωματικά του αποθέματα, προσπερνά τον πρωτοπόρο Τζόνι Κέλι και τερματίζει πρώτος φωνάζοντας: «Για την Ελλάδα». Ο χρόνος του, 2:29:27, αποτέλεσε τον καλύτερο στην Ευρώπη και για 22 χρόνια τον καλύτερο στην Ελλάδα.
Λέγεται πως όταν ο Τζόνι Κέλι ρωτήθηκε «πώς και έχασε από τον Έλληνα κοκαλιάρη;», απάντησε: «Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου και αυτός για έναν ολόκληρο λαό».
Το «πακέτο Κυριακίδη»
Ο Στέλιος Κυριακίδης δεν επαναπαύεται στη μεγαλειώδη νίκη του. Αντίθετα, τις μέρες που παρέμεινε στις ΗΠΑ, προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει τον κόσμο να βοηθήσουν όπως μπορούν οικονομικά την Ελλάδα. Σαν σήμερα 3 Μαΐου του 1946, ο μαραθωνοδρόμος από την Κύπρο γίνεται δεκτός στον Λευκό Οίκο και τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Χάρι Τρούμαν.
Το αίτημά του για βοήθεια προς την πατρίδα που δοκιμαζόταν, έφτασε και στο Οβάλ Γραφείο. Ο Τρούμαν τον υποδέχθηκε επίσημα, και λίγο αργότερα εγκρίθηκε η αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας. Ήταν το λεγόμενο «Πακέτο Κυριακίδη»: 250.000 δολάρια, έξι πλοία γεμάτα τρόφιμα, φάρμακα και ρούχα. Το όνομά του πέρασε από τις στήλες των εφημερίδων στις καρδιές εκατομμυρίων.
Η Καθημερινή είχε γράψει τότε: «Ο Έλλην διέτρεξε κυριολεκτικώς πετών τας τελευταίας χιλίας υάρδας». Η νίκη του, του άνοιξε πόρτες αλλά αυτός το μόνο που ήθελε και ζήτησε ήταν ένα: «Θέλω να στείλετε ρούχα και τρόφιμα στους 7.000.000 Έλληνες που λιμοκτονούν. Αυτό ζητάω. Να βοηθήσετε τον λαό μου, που υποφέρει. Σας παρακαλώ, μην ξεχάσετε τη χώρα μου» έλεγε και ξαναέλεγε.
Στις 23 Μαΐου 1946, όταν ο Κυριακίδης επέστρεψε στην Ελλάδα, τον υποδέχτηκαν 1.000.000 Έλληνες με τιμές ήρωα. «Είμαι υπερήφανος που είμαι Έλληνας» έλεγε και συγκινούσε. Πραγματοποιήθηκε επίσημη τελετή στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, όπου ο λόγος του Στέλιου Κυριακίδη προκάλεσε ρίγη συγκίνησης στο συγκεντρωμένο πλήθος. Η επιστροφή στο σπίτι του στην Φιλοθέη κράτησε 8 ώρες. Τα αμερικανικά μέσα, ενθουσιασμένα από το μεγαλείο αυτού του αθλητή και ανθρώπου, έγραφαν για εκείνον πως ήταν ο «απόγονος του Φειδιππίδη». Όμως, μέσα στο πέρασμα των χρόνων, το όνομά του δεν μνημονεύεται όσο και όπως θα έπρεπε σε αυτόν τον τεράστιο αθλητή και άνθρωπο, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 1987.









