Ήταν σαν σήμερα, 11 Μαΐου του 1990, όταν έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, ο Στράτος Διονυσίου. Ο «άρχοντας» του λαϊκού τραγουδιού «έσβησε» μόλις στα 55 του χρόνια, από εσωτερική αιμορραγία λόγω ρήξη ανευρύσματος στην κοιλιακή χώρα.
Το προηγούμενο βράδυ του θανάτου του, ο Διονυσίου είχε εμφανιστεί κανονικά στο μαγαζί όπου τραγουδούσε το «Στράτος» και παρά το γεγονός ότι είχε ενοχλήσεις, δεν είχε πάει έγκαιρα στον γιατρό. Και όταν αποφάσισε να πάει στο νοσοκομείο με ταξί, πέθανε μέσα σε αυτό στο ύψος των Στυλών του Ολυμπίου Διός. Όπως, άλλωστε, είχε πει και ο μεγαλύτερος γιος του, Άγγελος Διονυσίου σε συνέντευξή του στο Στούντιο 4: «Ο Στράτος ένιωθε άτρωτος, δεν καταλάβαινε τίποτα. Ήταν ένας άνθρωπος από πολύ φτωχή οικογένεια και με αγώνα και θυσίες άφησε την οικογένειά του, κατέβηκε στην Αθήνα μόνος του, το κυνήγησε και ανταμείφθηκε. Φυσικά είχε και το ταλέντο».
Ο θάνατός του άφησε φτωχότερο το ελληνικό τραγούδι, όμως, ο ίδιος κινώντας για το μεγάλο ταξίδι, άφησε πίσω του μια τεράστια κληρονομιά και σπουδαία τραγούδια που τραγουδιούνται μέχρι και σήμερα. Ένα από αυτά είναι και ο εμβληματικός «Σαλονικιός» του Στράτου, που λίγοι γνωρίζουν πως πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο.
«Άιντε, κάντε όλοι στην μπάντα, να βγει να χορέψει, ο Σαλονικιός. Άιντε, κάντε του λεζάντα την βραδιά να κλέψει, ο Σαλονικιός», λένε οι στίχοι του τραγουδιού για τον «Σαλονικιό», ο οποίος ήταν ένας νταής της εποχής, άνθρωπος του υποκόσμου που είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος της νύχτας.
Ο λόγος για τον Γιάννη Γκουλιόβα από την Πιερία, του οποίου η φήμη στον κόσμο της νύχτας, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, είχε πάρει… θρυλικές διαστάσεις. Από παιδί ήταν μπλεγμένος στην παρανομία. Πριν ακόμα ενηλικιωθεί συλλαμβάνεται για πρώτη φορά για κλοπή μοτοσικλέτας. Έκτοτε, τα αναμορφωτήρια και οι φυλακές έγιναν το δεύτερο σπίτι του. Εκεί, ήρθε σε επαφή με ανθρώπους του υποκόσμου και δίπλα τους έγινε “προφέσορας” στην παρανομία.
Η δράση του ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, εξ’ ου και το “Σαλονικιός” που του κόλλησαν ως παρατσούκλι. Ήταν ο νταής της πόλης, νταβατζής, τζογαδόρος, σκληρός και επικίνδυνος. Δεν διστάζει να τραβήξει πιστόλι ή να βγάλει μαχαίρι γι’ ασήμαντη αφορμή και όλοι έτρεμαν να τα βάλουν μαζί του.
Η αστυνομία βρίσκεται διαρκώς στο κατόπι του και δεν τον αφήνει ήσυχο. Λέγεται πως ο «Σαλονικιός» στο δικαστήριο που παρουσιάστηκε ύστερα από κλοπή και επίθεση κατά των αστυνομικών, είχε χρησιμοποιήσει τη φράση του αναρχικού, Κλεμάν Ντυβάλ: «Ο αστυφύλακας με συνέλαβε εν ονόματι του νόμου. Κι εγώ τον χτύπησα εν ονόματι της ελευθερίας».

Η δράση του «Σαλονικιού»
Το ποινικό του μητρώο ήταν βαριά φορτωμένο με όλο σχεδόν τον ποινικό κώδικα, ενώ έκανε έναν πλούσιο και προκλητικό βίο για την εποχή εκείνη. Κυκλοφορούσε με πολυτελή αυτοκίνητα, έπαιζε μεγάλα ποσά στον ιππόδρομο και σύχναζε σε παράνομες χαρτοπαικτικές λέσχες.
Η φήμη του στον κόσμο της νύχτας της Θεσσαλονίκης, ήταν πια τεράστια και ο “Σαλονικιός” θέλησε να “κατακτήσει” και την αθηναϊκή. Έτσι, προς τα μέσα της δεκαετίας του ’70 μετακόμισε στην Αθήνα και δεν άργησε να… επεκταθεί και στην πρωτεύουσα.
Ξεκίνησε πουλώντας προστασία σε διάφορα μικρά μπαρ σε κακόφημες γειτονιές ενώ παράλληλα έκανε κλοπές και εκβιασμούς Ωστόσο, το 1977 η τύχη του φαίνεται πως είχε πλέον στερέψει.
Μια νύχτα ο «Σαλονικιός» κάνει την… καθιερωμένη του γύρα στα μαγαζιά που πουλούσε προστασία για να κάνει τις εισπράξεις. Φτάνει έξω από το μπαρ «Greek Saloon» στην οδό Φυλής. Θεωρώντας τον εαυτό του άτρωτο, «παρκάρει» το αυτοκίνητό του στη μέση του δρόμου, διακόπτοντας την κυκλοφορία και μπήκε μέσα στο μαγαζί ψάχνοντας τον ιδιοκτήτη.
Ένα περιπολικό της Άμεσης Δράσης που περνούσε τυχαία, όμως, από το σημείο «κόλλησε» στην κίνηση. Ο συνοδηγός πήγε στα πρώτα αυτοκίνητα για να ρωτήσει τι είχε συμβεί. Όταν ο αστυνομικός ενημερώθηκε πως ο οδηγός τους αυτοκινήτου είχε μπει μέσα στο μπαρ, μπήκε και εκείνος προκειμένου να τον αναζητήσει.
Όταν τον είδε ο «Σαλονικιός» προσπάθησε να διαφύγει, αφού πρώτα πέταξε το όπλο του. Ο αστυνομικός προσπάθησε να μπλοκάρει την έξοδο αλλά ο Γκουλιόβας του έσπασε ένα μπουκάλι στο κεφάλι. Αν και ζαλισμένος και μέσα στα αίματα ο ένστολος συνέχισε να τον καταδιώκει. Ο κακοποιός πρόλαβε και μπήκε στο αυτοκίνητό του, έβαλε μπροστά και ξεκίνησε αλλά ο αστυνομικός τον πρόλαβε. Πιάστηκε από την πόρτα του οδηγού και με το αυτοκίνητο εν κινήσει πυροβόλησε τον δράστη τρεις φορές χωρίς να τον τραυματίσει. Στη συνέχεια ο αστυνομικός εγκατέλειψε την προσπάθεια και ο Γκουλιόβας κατάφερε να διαφύγει.
Το τέλος του «Σαλονικιού»
Μετά από αυτό το περιστατικό, η σύλληψη του 30χρονου «Σαλονικιού» έγινε κάτι σαν ζήτημα τιμής για τους αστυνομικούς. Αυτό που περίμεναν ήταν ποτέ θα έχουν μια αξιόπιστη πληροφορία προκειμένου να την αξιοποιήσουν. Και μπορεί στη Θεσσαλονίκη να έκανε κουμάντο, όμως στην Αθήνα είχε αποκτήσει πολλούς εχθρούς.
Έτσι, η «αξιόπιστη πληροφορία» που έψαχναν οι αστυνομικοί δεν άργησε να έρθει. Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1977, ένας άγνωστος άνδρας ενημέρωσε την Ασφάλεια πως ο «Σαλονικιός» βρισκόταν σε μια χαρτοπαικτική λέσχη στην οδό Σύρου στην Κυψέλη.
Η πληροφορία θεωρείται έγκυρη και έτσι μερικά λεπτά αργότερα περιπολικά αλλά και συμβατικά αυτοκίνητα της Ασφάλειας γεμάτα με ένστολους και αστυνομικούς με πολιτικά περικυκλώνουν την λέσχη, «κόβοντας» στον Γκουλιόβα κάθε πιθανότητα διαφυγής.
Ένας αστυνομικός μπήκε μέσα στη λέσχη και φωνάζοντας δυνατά, ρώτησε «ποιος είναι ο Σαλονικιός». Αμέσως στράφηκε στο νεαρό με το μούσι και το μακρύ μαλλί και απευθυνόμενος σε εκείνον επανέλαβε: «εσύ είσαι ο Σαλονικιός»; Ο κακοποιός αμέσως σηκώθηκε από τη θέση του και πήγε προς την τουαλέτα με στόχο να διαφύγει. Αστυνομικοί με πολιτικά που ήδη είχαν μπει μέσα στη λέσχη, τον ακινητοποίησαν και τον συνέλαβαν.
Ο Γκουλιόβας, ωστόσο, δεν ήταν διατεθειμένος να παραδοθεί έτσι εύκολα. Με μια απότομη κίνηση κατάφερε και απέφυγε τους αστυνομικούς που τον κρατούσαν και έβγαλε σε έναν από αυτούς μαχαίρι. Όταν έκανε ένα βήμα μπροστά για να τον χτυπήσει, ο αστυνομικός τράβηξε το όπλο και τον πυροβόλησε στο στήθος. Ο «Σαλονικιός» πέθανε μέσα στο ασθενοφόρο κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο. Ήταν μόλις 30 ετών.









