Το παρακάτω editorial έχει γραφτεί πριν από περίπου 15 χρόνια “για την Μύκονο” στην Μύκονο, αλλά είναι πιο επίκαιρο από ποτέ και για τότε άκρως προφητικό για το σήμερα.
Δεν θέλω να ξέρω….
Ξέρει κάποιος πως είναι ο παράδεισος; Όχι. Αλλά όλοι εκεί θέλουν να καταλήξουν! Είναι ντάλα μεσημέρι και δεν θέλω τίποτα καμιά δίκαιη ανταλλαγή, καθώς δεν υπάρχει τίποτε δωρεάν σ’ αυτό τον κόσμο. Ούτε θέλω να ξέρω. Θέλω αυτό που ζω τώρα. Ένα αθώο, τιποτένιο όνειρο, που δεν χειραγωγείται ούτε κινδυνεύει να καταστραφεί από μία πρόσκαιρη επιτυχία ή αποτυχία. Δεν θέλω να ξέρω για κανέναν πια, ούτε λυπάμαι κάθε κατεστραμμένο, που επιτέλους κατάλαβε ότι δεν γίνεται να κυνηγάς την ματαιοδοξία χωρίς κόστος. Δεν θέλω να ξέρω κανέναν “φυσιολογικό” τύπο της Υπερπράξης, που λέει και ο Coelho, φουνταρισμένο στην ανασφάλεια, στην κατωτερότητα και στην μαλακία.
Δεν θέλω να ξέρω καμία άχρηστη πληροφορία που ξεχνιέται πριν ακόμα διαδοθεί. Έχω σταματήσει εδώ και χρόνια να διαβάζω περιοδικά και φυλλάδες που ασχολούνται με την χλιδή, την λάμψη και την δήθεν επιτυχία. Και για να προλάβω την σκέψη σου, ναι έχω παίξει και εγώ σε αυτό το έργο, αλλά με σκότωσε γρήγορα σαν ρόλο και αποχαιρέτησα, γιατί αποφάσισα ότι η ζωή μου είναι πολύ σημαντική για να ξεφτιλίζομαι έτσι επιφανειακά.
Η ψυχή μας υποφέρει όταν ζούμε επιφανειακά, στην ψυχή αρέσουν τα όμορφα πράγματα με βαθύτερο νόημα, λέει ο νομπελίστας Άλμπερτ Σβάιτσερ. Δεν θέλω να ξέρω καμία χοντρή wanna be, γλείφτρα “κοσμικό-something”, που εξαντλεί το δήθεν Power game στο να επιλέξει καλοντυμένες και πλούσιε, μπας και τις κάνει φίλες της ή να προσπαθήσει να σταθεροποιήσει την θέση της, γλείφοντας ασύστολα την γυναίκα του εκδότη της.
Οι μόνες στήλες που θα ‘χαν πραγματικό ενδιαφέρον και λόγο ύπαρξης είναι οι εξής δύο: “της ηλίθιας” και της “πανηλίθιας”.
Δεν θέλω να ξέρω κανέναν εκδότη που κάνει πασαρέλα στην Ψαρρού, περπατώντας στις μύτες, για να δείχνει ψηλότερος και ρουφώντας την κοιλιά του, υπογραμμίζοντας την ωραιοπάθειά του. Δεν θέλω να ξέρω κανένας καημένο που ποζάρει στα Ματογιάννια, διαφημίζοντας τα “λεφτά του αισθήματα”, μπας και πηδήξει καμιά βίζιτα στης προκοπής. Στην Μύκονο, οι περισσότεροι είναι πεπεισμένοι ότι η φήμη είναι αυτοσκοπός, η μέγιστη ανταμοιβή σ΄ έναν κόσμο που θεωρεί τη διασημότητα υπέρτατο επίτευγμα.
Ανεγκέφαλο τουλάχιστον και αφελές, γιατί οι πραγμτικοί χειραγωγοί των παρασκηνίων, παραμένουν στην ανωνυμία. Δεν θέλω να ξέρω το “λάθος”, θέλω να βελτιώνω το τώρα και να επικεντρώνομαι σ’ αυτό. Δεν θέλω να ξέρω να παλεύω, τέλεια και δραστικά, αλλά ν’ αφήσω τα πράγματα να κυλούν, ακόμα κι όταν δεν καταλαβαίνω το γιατί.
Δεν θέλω να ξέω ούτε καν τι ώρα είναι. Θέλω να ζήσω σ’ αυτό το νησί περισσότερο, γιατί δεν το ‘χω χορτάσει, αν και έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια. Θέλω να ζω την ίδια τρομερή χαρά, κάθε φορά που έρχομαι. Θέλω ν’ απολαμβάνω το νερό της το ίδιο συγκλονιστικά, πως την πρώτη φορά, Θέλω να ξέρω μόνο ό,τι αρχίζει… Θέλω να αισθάνομαι. Θέλω να ζω σημαντικά…
Κατερίνα Γιατζόγλου

Διαβάστε επίσης:









