Τον αποκαλούσαν ο «Έλληνας Βαν Γκογκ» της γλυπτικής, όμως, εκείνος ήταν απλώς ο Γιαννούλης Χαλεπάς. Μια καλλιτεχνική ιδιοφυΐα, ο μεγαλύτερος γλύπτης της νεοελληνικής τέχνης, μια βασανισμένη ψυχή με ευαισθησίες, που παρά τις σκληρές δοκιμασίες που πέρασε στη διάρκεια της ζωής του, άφησε πίσω ένα έργο αξιοθαύμαστο.
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε σαν σήμερα 24 Αυγούστου 1851 στον Πύργο της Τήνου και ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του Ιωάννης ήταν ξακουστός μαρμαρογλύπτης σε όλο τον κόσμο και ο μικρός Γιαννούλης στα παιδικά του χρόνια τρύπωνε κρυφά στο εργαστήρι του ξεδιπλώνοντας το δικό του ταλέντο πάνω στο μάρμαρο. Η δεσποτική μητέρα του, όμως, δεν ήθελε με τίποτα ο αγαπημένος της γιος να ακολουθήσει το επάγγελμα του μαρμαρά, καθώς ο ήταν άριστος μαθητής και είχε για εκείνον άλλα σχέδια, τα οποία προσπαθούσε να του επιβάλλει με κόστος την ίδια τη σχέση τους.
Παρόλα αυτά όμως, ο Γιαννούλης Χαλεπάς αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική και ανάμεσα στα σημαντικά έργα του, το σπουδαιότερο θεωρείται η «Κοιμωμένη», που την έφτιαξε σε ηλικία 25 ετών, λίγο καιρό πριν νοσηλευτεί στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας, στο οποίο παρέμεινε 13 χρόνια. Η ιστορία της αληθινή και τραγική, όπως και του ίδιου του γλύπτη, ο οποίος βασανίστηκε πολύ στη διάρκεια της ζωής του.
Η «Ωραία Κοιμωμένη» ή «Η Κοιμωμένη του Γιαννούλη Χαλεπά» δεσπόζει επιβλητική στην κεντρική είσοδο του Α Νεκροταφείου των Αθηνών, προκαλώντας δέος, καθώς πρόκειται για ένα έργο που μοιάζει περισσότερο με μουσειακό έκθεμα, παρά με γλυπτό ενός οικογενειακού τάφου. Ωστόσο, αυτό που προκαλεί ακόμα περισσότερο δέος, είναι η ίδια η τραγική ιστορία της 19χρονης «Κοιμωμένης», γύρω από τον θάνατο της οποίας αναπτύχθηκαν διάφοροι μύθοι. Βέβαια, η πραγματικότητα διαψεύδει τη φαντασία, όμως, δε κάθε περίπτωση το τραγικό γεγονός παραμένει: ένα νεαρό κορίτσι πέθανε τόσο νωρίς και η οικογένειά της παρήγγειλε στον Γιαννούλη Χαλεπά να φτιάξει ένα γλυπτό προς τιμή της.
Ποια ήταν η «Κοιμωμένη του Χαλεπά»
Ποια ήταν όμως η 19χρονη κοπέλα, που σύμφωνα με έναν – από τους διάφορους αστικούς μύθους που κυκλοφορούν – «τρέλανε» τον γλύπτη που φιλοτέχνησε το ταφικό μνημείο της;
Πρόκειται για τη Σοφία Αφεντάκη, η οποία έφυγε από τη ζωή στις 17 Δεκεμβρίου του 1878. Ήταν κόρη της Ελένης και του Κωνσταντίνου Οικονόμου Αφεντάκη. Ο πατέρας της ήταν εύπορος έμπορος των Αθηνών με καταγωγή από την Κίμωλο. Η οικογένεια είχε δυο κόρες, την Μαριγή, η οποία παντρεύτηκε τον Μιχαήλ Χατζημιχάλη, καθηγητή ιατρικής του πανεπιστημίου Αθηνών. Και τη μικρότερη Σοφία, η οποία στα 17 της χρόνια χτυπήθηκε από φυματίωση και δύο χρόνια μετά πέθανε.

Πώς δημιουργήθηκε το διάσημο γλυπτό
Μετά τον θάνατο της Σοφίας, η μητέρα της ζήτησε από τον Γιαννούλη Χαλεπά να δημιουργήσει ένα γλυπτό το οποίο θα τοποθετούνταν πάνω στον τάφο. Ο ίδιος ο γλύπτης το 1930, είχε πει για το πώς φιλοτέχνησε το έργο:
«Μέσα στη τσάντα της είχε μια φωτογραφία μιας ωραίας γυναίκας. Την έβγαλε απ’ την τσάντα της, και δείχνοντάς μου την, μού είπε να της κάνω μία προτομή, ένα οποιοδήποτε άγαλμα του γούστου μου. Της ζήτησα, θυμάμαι, χίλιες δραχμές, κι εκείνη, αφήνοντας τη φωτογραφία, έφυγε. Εγώ την άλλη μέρα άρχισα να σκέπτομαι, να βασανίζω το μυαλό μου, σαν τι σχέδιο να κάνω. Δεν άργησα να εμπνευστώ το σχέδιό μου κι αμέσως έβαλα μπρος.
Έκανα το σχέδιο, κατόπι το έπλασα σε πηλό. Φώναξα τότε την κυρία Αφεντάκη. Όταν ήλθε, δεν της άρεσε και μου είπε ότι αν είναι δυνατόν ν’ αλλάξω σχέδιο. Εγώ θυμώνοντας τότε μη χάνοντας καιρό, πήρα ένα λοστό, έδωσα ένα γερό χτύπημα στο στήθος του αγάλματος κι έτσι χωρίστηκε απ’ το στήθος το κεφάλι.
Η κυρία Αφεντάκη κατάλαβε αμέσως το λάθος της και μου είπε ότι το άγαλμα της άρεσε όπως ήταν και με παρακάλεσε να το ξαναφτιάξω».
Η «Κοιμωμένη» φιλοτεχνήθηκε σε λευκό μάρμαρο. Αναπαριστά ολόσωμη τη νεαρή κοπέλα, ξαπλωμένη σε ένα ανάκλιντρο, επάνω σε τσαλακωμένα σεντόνια. Το κεφάλι της γέρνει απαλά στο πλούσια διακοσμημένο με κεντήματα μαξιλάρι κρατώντας έναν σταυρό στο ένα χέρι, ενώ το άλλο της χέρι πέφτει απαλά στα σεντόνια με το ένα της πόδι να είναι ελαφρά ανασηκωμένο. Η εικόνα που σου δίνει το γλυπτό είναι μια κοπέλας που έχει αποκοιμηθεί, όχι που είναι νεκρή.









