Ο Ορέστης Μακρής ερμήνευσε ανεπανάληπτα τον ρόλο του μεθύστακα στην επιθεώρηση «Τα μπλε τριαντάφυλλα» των Ασημακόπουλου-Παπασπύρου-Παπαδούκα, που ανέβηκε στο θέατρο Ακροπόλ τη σεζόν 1954-55 από τον Νέο Μουσικό Οργανισμό, σε καλλιτεχνική διεύθυνση δική του και του Βασίλη Αυλωνίτη.
Διαθέτοντας υπέροχη φωνή και μουσική παιδεία από το Ωδείο Αθηνών, ο αξέχαστος ηθοποιός είχε πρωτοεμφανιστεί στη σκηνή το 1925 ως τενόρος σε οπερέτες με τον θίασο της Ροζαλίας Νίκα και στη συνέχεια στο πλευρό του Παπαϊωάννου.
Ο ρόλος του μεθύστακα που τον καθιέρωσε ως πρωταγωνιστή το 1950 στην ομώνυμη ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα για τη Φίνος Φιλμ, έχει δύο εκδοχές ως προς τη γέννησή του. Όπως γράφει ο Άρης Λουπάσης η πρώτη τον θέλει το 1929 κατά τη διάρκεια περιοδείας του θιάσου Βεάκη-Θεοδωρίδου-Οικονόμου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, να υποδύεται αστειευόμενος έναν μεθυσμένο στο διάλειμμα της παράστασης στο θέατρο “Λουνα Παρκ”. Ο Αιγύπτιος μουσικοσυνθέτης Κρίνο ντε Κάστρο, εντυπωσιασμένος από τη φυσικότητα και τη χάρη του, του πρότεινε να εντάξει τον τύπο αυτό σε επιθεώρηση και το νούμερο που έγραψε για εκείνον γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Σύμφωνα με την άλλη εκδοχή, ο Μακρής εμπνεύστηκε τον χαρακτήρα από έναν συμπαθέστατο τύπο της Πλάκας, τον Λευτεράκη, ο οποίος ήταν συνεχώς μεθυσμένος. Παρατηρώντας τις κινήσεις και τη συμπεριφορά του, δημιούργησε έναν τύπο που το 1932 θα ζωντάνευε για πρώτη φορά στην επιθεώρηση «Παπαγάλος», προκαλώντας μεγάλη εντύπωση στο κοινό.
Όποια κι αν ήταν η εκδοχή της έμπνευσης, κάθε του εμφάνιση ως μεθύστακας γινόταν εμπειρία δέους. Ήταν ο ρόλος που ταυτίστηκε απόλυτα με τον ίδιο, όσο με κανέναν άλλο ηθοποιό. Παρότι δεν είχε πιει ποτέ στη ζωή του, απέδιδε τον μεθυσμένο με τέτοια αυθεντικότητα, ένταση και ψυχικό βάθος, που η ερμηνεία του έμοιαζε θηριώδης, μια ζωντανή απόδειξη πως το μεγάλο ταλέντο γεννιέται από αλήθεια και όχι από μίμηση.










