Το ημερολόγιο δείχνει 9 Νοεμβρίου 1989, που έμελλε να μείνει γνωστή στην Ιστορία ως η «νύχτα που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου». Η πτώση που ένωσε μια πόλη, και κατ’ επέκταση μια χώρα, μια ήπειρο.
Το τείχος του Βερολίνου που χώριζε την πόλη για σχεδόν τριάντα χρόνια, ξεκινάει να πέφτει και να περνάει σιγά-σιγά στην ιστορία ως σύμβολο διχασμού. Η πτώση του γίνεται με τον πλέον ειρηνικό και συγκλονιστικό τρόπο, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα ενότητας των απλών ανθρώπων, απέναντι σε όσα η πολιτική και οι πολιτικοί, διχάζουν. Άλλωστε, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου συνοδεύτηκε με ανθρώπινες αγκαλιές, δάκρυα, φωνές χαράς και χιλιάδες χέρια που σπάνε το τσιμέντο.
Όλα είχαν ξεκινήσει λίγη ώρα νωρίτερα, όταν στις 9 Νοεμβρίου, ο Γκύντερ Σάμποβσκι, εκπρόσωπος του Πολιτικού Γραφείου του κομμουνιστικού κόμματος, δίνει μια καθοριστική συνέντευξη Τύπου. Ανακοινώνει ότι οι Ανατολικογερμανοί θα μπορούν να ταξιδεύουν ελεύθερα στη Δύση, ένα μέτρο που επρόκειτο να ισχύσει την επόμενη ημέρα και υπό προϋποθέσεις. Όταν, όμως, οι δημοσιογράφοι τον ρωτούν «πότε;», εκείνος απαντά αφηρημένα: «Αμέσως».

«Unverzüglich» ήταν η μαγική λέξη του στα γερμανικά, που μεταδόθηκε ζωντανά στην τηλεόραση, με τους πολίτες να πιστεύουν ότι τα σύνορα άνοιξαν. Μέσα σε λίγες ώρες, χιλιάδες Ανατολικογερμανοί κατέφτασαν στα φυλάκια του Τείχους. Οι φρουροί, αμήχανοι και χωρίς εντολές, άρχισαν να σηκώνουν τις μπάρες. Το απίστευτο συνέβη: το Τείχος άνοιξε. Και μέσα στις ιαχές χαράς του κόσμου, άρχισαν να ακούγονται και τα πρώτα χτυπήματα με καλέμια πάνω στο τσιμέντο, που για τρεις σχεδόν δεκαετίες χώριζε όχι μόνο έναν λαό, αλλά οικογένειες, συγγενείς, φίλους.
Άνθρωποι που είχαν χωριστεί όλα αυτά τα χρόνια, αγκαλιάζονταν επάνω στο Τείχος, που από σύνορο διχασμού, μετατράπηκε σε τόπο ενότητας. Οι συγκλονιστικές εικόνες από το Βερολίνο κάνουν σύντομα τον γύρο του κόσμου και το επόμενο πρωί, το πρώτο φως της ημέρας θα έβρισκε τη Γερμανία ενωμένη.
Το Τείχος του Βερολίνου είχε υψωθεί το 1961 από το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας με τη δικαιολογία της «προστασίας από τη δυτική προπαγάνδα». Στην πραγματικότητα, απέκοπτε ανθρώπους μεταξύ τους. Ολόκληρες οικογένειες χωρίστηκαν, φιλίες χάθηκαν.
Στη δεκαετία του ’80, το καθεστώς αρχίζει να τρίζει. Οι κοινωνικές πιέσεις μεγαλώνουν, στους δρόμους οργανώνονται διαδηλώσεις και πολλοί Ανατολικογερμανοί βρίσκουν διέξοδο μέσω Ουγγαρίας και Τσεχοσλοβακίας. Στη διάρκεια των 28 χρόνων της ύπαρξης του Τείχους, τουλάχιστον 136 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να διαφύγουν στη Δύση. Το πρώτο θύμα ήταν η 58χρονη νοσοκόμα Ίντα Ζίκμαν, η οποία σκοτώθηκε στις 22 Αυγούστου 1961 στην προσπάθειά της να διαφύγει στο Δυτικό Βερολίνο, όπου ζούσε η αδελφή της. Τελευταίος χρονολογικά στη μακάβρια λίστα ήταν ο 33χρονος ηλεκτρολόγος Βίνφριντ Φρόιντενμπεργκ, ο οποίος κατάφερε μ’ ένα αυτοσχέδιο αερόστατο να περάσει στο Δυτικό Βερολίνο, αλλά για κακή του τύχη αυτό κατέπεσε και συνετρίβη, με αποτέλεσμα να βρει ακαριαίο θάνατο στις 29 Αυγούστου 1989.
Η πτώση του Τείχους σηματοδότησε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Έναν χρόνο αργότερα, στις 3 Οκτωβρίου του 1990, η Γερμανία επανενώνεται επίσημα. Το παράδειγμα ακολούθησαν και άλλες κομμουνιστικές χώρες. Η Ευρώπη αρχίζει να αλλάζει και τα σύνορα επανασχεδιάζονται.









