Ενδεχομένως, το όνομα του Λίνκολν Χολ να μη σας λέει και πολλά, όμως, στον κόσμο της ορειβασίας είναι θρύλος. Και πάνω απ’ όλα είναι ο ορειβάτης που κατάφερε να επιζήσει από τη διαβόητη «ζώνη του θανάτου», στο Έβερεστ, το τμήμα πάνω από τα 8.000 μέτρα, όπου ο αέρας είναι τόσο αραιός που το ανθρώπινο σώμα αρχίζει να φθίνει σιγά-σιγά. Και οι πιθανότητες να τα καταφέρει κανείς, είναι ελάχιστες έως μηδαμινές.
Κι, όμως, ο Λίνκολν Χολ από την Αυστραλία, που εγκαταλείφθηκε στα 8.500 μέτρα στο Έβερεστ, επειδή τον θεωρούσαν νεκρό οι δικοί του, κατάφερε να σωθεί σαν από θαύμα και η ιστορία του είναι από τις πιο ανατριχιαστικές.
Ήταν 25 Μαΐου του 2006, όταν ο 50χρονος τότε Χολ συμμετείχε σε αποστολή κατάκτησης της κορυφής. Μετά από εξάντληση και σοβαρά συμπτώματα υψομετρικής ασθένειας, και αφού η ομάδα του προσπάθησε επί ώρες να τον συνεφέρει, τελικά τον εγκατέλειψαν, καθώς θεώρησαν πως ήταν νεκρός. Αφαίρεσαν τον εξοπλισμό του -μάσκα οξυγόνου, σχοινιά, γάντια- και τον εγκατέλειψαν σε μια στενή προεξοχή στα 8.500 μέτρα.
Μάλιστα, την επόμενη μέρα ανακοίνωσαν στην οικογένειά του πως ο Λίνκολν Χολ ήταν νεκρός. Ωστόσο, δεν μπορούσαν να διανοηθούν τι θα ακολουθούσε μετά. Εκείνος ζούσε και τον εντόπισε τυχαία ο Αμερικανός ορειβάτης Νταν Μαζούρ, που ανέβαινε με έναν οδηγό Σέρπα (ορεινός λαός του Νεπάλ) και δύο ακόμη ορειβάτες.
«Τον συναντήσαμε ξαφνικά. Καθόταν στην άκρη μιας προεξοχής, με έναν γκρεμό από τη μία πλευρά που έπεφτε περίπου 2.500 μέτρα κάτω. Είχε τα χέρια έξω από τη στολή του, φορούσε μόνο ένα λεπτό φλις, χωρίς καπέλο, χωρίς γάντια, χωρίς γυαλιά. Δεν είχε οξυγόνο, δεν είχε καθόλου εξοπλισμό, απλώς καθόταν εκεί, κοιτάζοντας το κενό», περιέγραψε ο Μαζούρ μιλώντας τότε στο περιοδικό People.
«Ήταν “νεκρός”, οπότε προφανώς οι άνθρωποι που ήταν μαζί του πήραν όλα του τα πράγματα», συνέχισε ο Μαζούρ. «Είχε μαζί του τρεις Σέρπα, και άκουσα ότι του έβαζαν τα δάχτυλα στα μάτια για να δουν αν κινείται – δεν αντιδρούσε. Υπέθεσαν ότι ήταν νεκρός. Ίσως ήταν σχεδόν νεκρός. Μερικοί αργότερα μου είπαν ότι έκαναν ό,τι μπορούσαν».
Ο Λίνκολν Χολ, μόλις αντίκρισε τον Αμερικανό ορειβάτη και την ομάδα του, γύρισε προς το μέρος τους και τους είπε: «Πρέπει να εκπλήσσεστε που με βλέπετε εδώ». Και πράγματι, αφού είναι γνωστό πως δύσκολα επιβιώνει στη «ζώνη του θανάτου», πόσο μάλλον χωρίς καν εξοπλισμό και για πολλές ώρες.
Η ομάδα του Μαζούρ έσπευσε αμέσως να του προσφέρει τις πρώτες βοήθειες. Προσπάθησαν να του φορέσουν ξανά το καπέλο και τα γάντια του, αλλά εκείνος τα έβγαζε συνέχεια. «Τα δάχτυλά του ήταν σαν κεριά – παγωμένα, κιτρινωπά. Η θερμοκρασία ήταν -30°C. Του έλεγα: “Έλα, βάλε το γάντι σου, βάλε το καπέλο σου, κλείσε το μπουφάν σου.” Ήταν σαν τρίχρονο παιδί».
Η έλλειψη οξυγόνου είχε επηρεάσει τον εγκέφαλό του. «Νόμιζε ότι ήταν σε πλοίο», είπε ο Μαζούρ. «Έλεγε συνέχεια: “Περίεργο ταξίδι αυτό το πλοίο, ε;” και “Είστε κι εσείς στο ίδιο πλοίο;”». Η ομάδα τού έδωσε νερό, σοκολάτες και λίγο οξυγόνο από εφεδρική φιάλη. Σιγά σιγά, ο Χολ άρχισε να συνέρχεται. Από το λογότυπο στο μπουφάν του εντόπισαν την αποστολή του και ειδοποίησαν τη βάση του ότι ήταν ζωντανός.
Ο Λίνκολν Χολ διασώθηκε και μεταφέρθηκε σε χαμηλότερο υψόμετρο, όπου υποβλήθηκε σε θεραπεία για κρυοπαγήματα, εξαιτίας των οποίων έχασε τις άκρες ορισμένων δαχτύλων, και εγκεφαλικό οίδημα από την ασθένεια του υψομέτρου.
Μετά την απίστευτη περιπέτεια του, ο Χολ έγραψε βιβλία για την εμπειρία του, ενώ έγινε ομιλητής και αφιερώθηκε σε ανθρωπιστικό έργο μέσω της Australian Himalayan Foundation. Η ιστορία του έγινε μέχρι και ντοκιμαντέρ, με τον τίτλο «Το θαύμα του Έβερεστ». Ο Χολ πέθανε στις 20 Μαρτίου του 2012 σε ηλικία 56 ετών από μεσοθηλίωμα, μια σπάνια μορφή καρκίνου που σχετίζεται κυρίως με την έκθεση σε αμίαντο. Άφησε πίσω του τη σύζυγό του, τους δύο γιους τους και μια απίθανη ιστορία, που προκαλεί δέος, είκοσι χρόνια μετά.










