Έχουν περάσει τρεις δεκαετίες από τότε που έγινε το «ριφιφί του αιώνα», το οποίο μέχρι και σήμερα παραμένει μια ανοιχτή πληγή για την ελληνική αστυνομία, αλλά και το απόλυτο μυστήριο, αφού οι πραγματικοί εγκέφαλοι και τα κλοπιμαία στην τράπεζα Εργασίας στην Καλλιρόης, δεν βρέθηκαν ποτέ.
Το πρωινό της Δευτέρας 21 Δεκεμβρίου 1992, οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας στην Καλιρρόης 19, στο Νέο Κόσμο βρέθηκαν μπροστά σε ένα θέαμα που έμοιαζε αδιανόητο: το πανίσχυρο θησαυροφυλάκιο είχε παραβιαστεί «εκ των κάτω», πιθανότατα μία με δύο ήμερες πριν. Η υπόθεση απασχόλησε τον Τύπο, έκανε τον γύρο του κόσμου και για να είμαστε ειλικρινείς, θα τη ζήλευαν ακόμη και οι καλύτεροι σεναριογράφοι του Χόλιγουντ.
Αν και το «ριφιφί του αιώνα», όπως το αποκαλούν, ενέπνευσε τον Σωτήρη Τσαφούλια για τη νέα του σειρά με τον τίτλο «Ριφιφί»που αποτελείται από έξι επεισόδια, με πρωταγωνιστές τον Πάνο Βλάχο, τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο και τον Βλαδίμηρο Κυριακίδη.
Πώς έγινε το «ριφιφί του αιώνα»;
Το ριφιφί στην Τράπεζα Εργασίας, επί της Καλλιρρόης 19, έγινε μεταξύ 19-20 Δεκεμβρίου 1992 και αποκαλύφθηκε στις 21 Δεκεμβρίου του 1992. Οι δράστες έσκαψαν ένα τούνελ κάτω από την κοίτη του ποταμού Ιλισού το οποίο έφτανε κάτω από το υποκατάστημα της τράπεζας.
Το τούνελ ξεκινούσε από ένα φρεάτιο της ΕΥΔΑΠ στο αριστερό τοίχωμα της σκεπασμένης κοίτης του ποταμού Ιλισού και κατέληγε κάτω από το υπόγειο της τράπεζας, όπου βρίσκονταν οι θυρίδες.
Επρόκειτο για τούνελ το οποίο κατασκευάστηκε σε χρονικό διάστημα το πολύ τριών μηνών και είχε βαριά υποστυλώματα με χοντρά δοκάρια και διπλές ράγες!
Στις ράγες κινούνταν ένα βαγονέτο με το οποίο οι δράστες μετέφεραν τα μπάζα από τις εκσκαφές στον Ιλισό. Στόχος τους δεν ήταν τα ταμεία της Τράπεζας αλλά οι θυρίδες που βρίσκονταν στο υπόγειό της.
Οι δράστες φτάνοντας, απόλυτα προσανατολισμένα, κάτω από το υπόγειο τρύπησαν μπετόν 60 εκατοστών, παραβίασαν 301 από τις 1.151 θυρίδες της Τράπεζας και αφαίρεσαν όλο το περιεχόμενό τους. Η αξία της λείας τους υπολογίζεται σε 5 δισεκατομμύρια τότε δραχμές (περίπου 14,7 εκατ. ευρώ σημερινά).
Οι αστυνομικοί έμειναν έκπληκτοι από το τούνελ που είχαν κατασκευάσει οι δράστες του ριφιφί. Είχαν χρησιμοποιήσει ηλεκτρογεννήτριες και κομπρεσέρ χωρίς να γίνουν αντιληπτοί.
Στις 12 Ιανουαρίου στην ερημική τοποθεσία Χαμολιά στην παραλία της Βραυρώνας βρέθηκαν τυχαία μερικές κατεστραμμένες θυρίδες με κάποιες επιταγές και ομόλογα. Η ανακάλυψη αυτή έκανε τους αστυνομικούς να συμπεράνουν ότι, πιθανότατα, οι δράστες έφυγαν μέσω θαλάσσης με τα κλοπιμαία τους για άλλο μέρος της Ελλάδας ή το εξωτερικό.
Τον Ιούλιο του 1994 ο Σύρος κρατούμενος στις φυλακές Κορυδαλλού Τζουμάχ Χαλίντ υπέδειξε ως δράστες του ριφιφί τον υποδιευθυντή του καταστήματος Αναγνώστη Καλαφάτη, τον υπάλληλο των ΕΛΤΑ Λάμπρο Κότσαλο και τους επιχειρηματίες Στέλιο Κολοβό, Διονύση Παπασταματάτο και Μανώλη Σπανουδάκη.
Ο Χαλίντ που είχε ανοίξει λογαριασμό στο συγκεκριμένο κατάστημα της τράπεζας με πλαστά στοιχεία, όπως αποκαλύφθηκε, ισχυρίστηκε ότι είχε λάβει μέρος στο ριφιφί, κατασκευάζοντας τα υποστυλώματα.
Όταν όμως μετά τη ληστεία οι δράστες, αντί για 30 εκατομμύρια δραχμές, όπως του είχαν υποσχεθεί, του έδωσαν μόνο τρία, τους κατέδωσε στις Αρχές. Ο ανακριτής που ανέλαβε να εξετάσει τις καταγγελίες του Σύρου εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για όσους αυτός ανέφερε. Ο Καλαφάτης και ο Παπασταματάτος μετά τις απολογίες τους προφυλακίστηκαν, ο Κότσαλος αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, ενώ οι Κολοβός και Σπανουδάκης δεν εμφανίστηκαν στον ανακριτή και ήταν καταζητούμενοι.
Τον Νοέμβριο του 1994 ο Χαλίντ σε τηλεοπτική του συνέντευξη αναίρεσε τους ισχυρισμούς του, κάτι που έκανε και με σημείωμα που έστειλε στον ανακριτή της υπόθεσης στις 25 Ιανουαρίου 1995.
Ο Παπασταματάτος και ο Καλαφάτης αποφυλακίστηκαν. Τον Απρίλιο του 1995 συνελήφθη ο Κολοβός που είχε διαφύγει στο εξωτερικό με σκοπό όπως είπε να βρει στοιχεία που θα αποδείκνυαν την αθωότητά του. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών απαλλάχτηκαν από όλες τις κατηγορίες οι πέντε κατηγορούμενοι.
Η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη ως σήμερα.
Η Τράπεζα Εργασίας επικήρυξε με 200 εκατομμύρια δραχμές τους δράστες με την ελπίδα ότι κάποιος εμπλεκόμενος στο ριφιφί θα δώσει πληροφορίες για τους δράστες. Κάτι τέτοιο δεν έγινε.
Η υπόθεση απασχόλησε όχι μόνο τα ελληνικά αλλά και τα ξένα ΜΜΕ. Όπως ήταν φυσικό, διατυπώθηκαν διάφορες θεωρίες για τους δράστες. Κάποιοι ανέφεραν ότι δράστες της διάρρηξης ήταν μέλη τρομοκρατικής οργάνωσης μαζί με υπαλλήλους άλλων υποκαταστημάτων της Τράπεζας Εργασίας που βοήθησαν στη διάπραξη του ριφιφί. Επίσης γράφτηκε ότι τη διάρρηξη έκανε η ιταλική μαφία καθώς πριν από λίγο καιρό είχε γίνει παρόμοιο ριφιφί.
Ο αστυνομικός συντάκτης Πάνος Σόμπολος σε συνέντευξή του στο «Ράδιο Θεσσαλονίκη» την 1η Απριλίου 2021 τόνισε ότι σίγουρα υπήρχαν άτομα με εξαιρετικές τεχνικές γνώσεις ανάμεσα σε όσους πήραν μέρος στο ριφιφί και ότι η λεία της διάρρηξης πιθανότατα μεταφέρθηκε στο εξωτερικό. Οι θυρίδες που ανοίχθηκαν δεν ήταν «στοχευμένες» αλλά η επιλογή τους έγινε τυχαία.









