Το ημερολόγιο έγραφε 7 Ιανουαρίου 1972 όταν έφυγε από τη ζωή η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Ανήμερα του Άι Γιαννιού άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 79 ετών η σπουδαία στιχουργός, έχοντας στο πλευρό της την εγγονή της Ρέα Μανέλη.
Και εκεί έκλεισε ο κύκλος μιας συναρπαστικής ζωής που τα είχε όλα: ξεριζωμό, φτώχεια, επιτυχίες, πάθη, εθισμούς, πόνο, τραγωδίες.
Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου υπήρξε μία αντισυμβατική και δυναμική προσωπικότητα που ξεχώρισε για το ταλέντο και το κοφτερό και ανήσυχο πνεύμα της. Η συμβολή της στην ανάπτυξη του λαϊκού τραγουδιού ήταν τεράστια και θεωρείται από τις σημαντικότερες Ελληνίδες γυναίκες του περασμένου αιώνα, ενώ η ζωή της μεταφέρθηκε το 2019 και στη μεγάλη οθόνη με την ταινία του Άγγελου Φρατζή, “Ευτυχία”, με τον κόσμο να γνωρίζει τη μεγάλη Κυρία του λαϊκού τραγουδιού που κρύβεται πίσω από σπουδαία τραγούδια, τα οποία εκείνη την εποχή που κυκλοφόρησαν, μίλησαν στην ψυχή των Ελλήνων, περιγράφοντας κυρίως τα βάσανα και τις δυσκολίες τους.

Ο ξεριζωμός και η εμπλοκή με το τραγούδι
Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου γεννήθηκε το 1896 στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας και μεγάλωσε σε ένα ευκατάστατο περιβάλλον. Από μικρή διακρίθηκε για τις επιδόσεις της στο σχολείο και αποφοίτησε με πτυχίο δασκάλας. Ήρθε στην Αθήνα μετά τη μικρασιατική καταστροφή, πραγματοποίησε δύο γάμους – ο δεύτερος με τον αστυφύλακα Γιώργο Παπαγιαννόπουλο – και ήρθε σε επαφή με τον καλλιτεχνικό κόσμο μέσω της υποκριτικής.
Χώρισε με τον πρώτο της σύζυγο όταν ξεκίνησε να παίρνει μέρος στα μπουλούκια και στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Ξεκίνησε να γράφει στίχους το 1948 και να τα πουλά για ποσά από 200 έως 300 δραχμές. Μάλιστα, πολλούς από τους στίχους τους είχε γράψει πρόχειρα σε πακέτα τσιγάρων και πίσω από λογαριασμούς. Όταν έγραφε τους στίχους, έπειτα αποποιούνταν τα πνευματικά της δικαιώματα.
Η εγγονή της Ρέα Μανέλη σε συνέντευξή της στο περιοδικό «Μελωδία» το 2000 είπε χαρακτηριστικά: «…έγραφε πάντα, αλλά δεν έδινε σημασία. Τα έγραφε και τα πέταγε, τα έσκιζε. Μπορούσε να έχει τελειώσει ένα στιχάκι και, επειδή δεν είχε σπίρτα, να του βάλει φωτιά στη σόμπα για να ανάψει το τσιγάρο της».
Πολλές δικές της στιχουργικές δημιουργίες έγιναν πολύ μεγάλες επιτυχίες, με τη βοήθεια σπουδαίων συνθετών της εποχής, όπως του Τσιτσάνη, του Χιώτη, του Χατζιδάκι, του Καλδάρα κ.α.
Το πάθος της για τον τζόγο και ο χαμός της κόρης της
Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου έμελλε να ζήσει τον αβάσταχτο πόνο της ξαφνικής απώλειας της κόρης της, Μαίρης την οποία είχε αποκτήσει από τον πρώτο της γάμο. Η Μαίρη Λαϊδου ήταν ηθοποιός και είχε παίξει μία από τις τσιγγάνες στη θρυλική ταινία Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο.
Το 1960 η Μαίρη έφυγε ξαφνικά από τη ζωή και, όπως είχε αποκαλύψει ο Αλέκος Σακελλάριος, από εκείνη τη στιγμή η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου βυθίστηκε στη θλίψη και μέχρι τον θάνατό της δεν έβγαλε ποτέ τα μαύρα. Στην κόρη της αφιέρωσε και το τραγούδι «Δύο πόρτες έχει η ζωή» το οποίο αν και γράφτηκε πριν από τον θάνατό της περιέγραφε τον πόνο της απώλειας.
Η σπουδαία στιχουργός είχε δηλώσει κάποτε: «Μέσα σε αυτό το τραγούδι, ένιωσα για πρώτη φορά την οδύνη, σαν χάνεις μια αγαπημένη ύπαρξη και ύστερα μένεις μόνη. Σε αυτούς τους στίχους έχω κλεισμένη όλη μου τη ζωή – ή μάλλον τη ζωή της ζωής μου, την κόρη μου τη Μαίρη».
Τότε ήταν που η στιχουργός βρήκε καταφύγιο στην χαρτοπαιξία. Αγαπημένο της παιχνίδι ήταν η πόκα, που συνήθιζαν να παίζουν μόνο άνδρες.
Πώς το «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά» τής έδωσε… φτερά
Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου είχε γράψει αμέτρητες επιτυχίες κια πολλά από τα τραγούδια της κρύβουν πίσω και μια ιστορία, όπως και το «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά». Ο Μάνος Χατζιδάκις
θέλοντας να κρατήσει το «καλό» λαϊκό τραγούδι ζωντανό, μελοποίησε τους στίχους του τραγουδιού, κάνοντας μάλιστα τη διαφορά, βάζοντας το όνομα της στον δίσκο. Αυτή η κίνηση του Χατζιδάκι αποτέλεσε μια «ανάσα» για την ηλικιωμένη πλέον στιχουργό που δεν τα έβγαζε εύκολα πέρα. Στη συνέχεια, το συγκεκριμένο τραγούδι ερμηνεύτηκε από τον Μπιθικώτση, με την φωνή του οποίου έγινε και διάσημο και τραγουδιέται μέχρι σήμερα.









