ΟΙ Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι υπερβολή να πούμε πως βιώνουν μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας τους, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Ο Ντόναλντ Τραμπ με μια μνημειώδη αλαζονεία «καταλύει» την ίδια τη χώρα, με τους Αμερικανούς κατά χιλιάδες να παραμένουν στους δρόμους και σε μεγάλο αναβρασμό, μετά τις δολοφονίες δύο αθώων πολιτών από τους πράκτορες της ICE στη Μινεσότα.
Στον αμερικανικό Νότο η ICE στοχεύει κυρίως άτομα με ποινικό μητρώο, αλλά και όσους έχουν τελεσίδικες αποφάσεις απέλασης, με τους ακτιβιστές και τις οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων να κατηγορούν την κυβέρνηση Τραμπ για «πογκρόμ» μεταναστών, ενώ δεν είναι λίγοι που αισθάνονται πως ξυπνούν μνήμες του παρελθόντος.
Και μέσα σε αυτό το γενικότερο κλίμα αναταραχής και ανασφάλειας, μια μέρα σαν τη σημερινή, στις 4 Φεβρουαρίου του 1913 γεννήθηκε η Ρόζα Παρκς, μία εμβληματική μορφή του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ, γνωστή ως η «μητέρα του σύγχρονου κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων». Και η οποία έγινε γνωστή σε όλη την Αμερική, ως η «μαύρη μοδίστρα που αρνήθηκε να δώσει τη θέση της στο λεωφορείο σε έναν λευκό άντρα»!

Η Ρόζα Λουίζ ΜακΚόλι, όπως ήταν το πατρικό της, γεννήθηκε στο Τασκίγκι της Αλαμπάμα. Μεγάλωσε με τη μητέρα και τους παππούδες της, βιώνοντας από νωρίς τον φυλετικό διαχωρισμό και τη δράση της Κου Κλουξ Κλαν. Φοίτησε σε σχολεία για μαύρους, αλλά αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές της για να φροντίσει την άρρωστη γιαγιά και μητέρα της. Τελείωσε, τελικά, το λύκειο το 1933 με την ενθάρρυνση του συζύγου της, Ρέιμοντ, σε μια εποχή που ελάχιστοι Αφροαμερικανοί είχαν αυτή τη δυνατότητα.
Από τα παιδικά της χρόνια, η Ρόζα θυμάται έντονα τον παππού της στη φάρμα να στέκεται συνεχώς στην πόρτα με την καραμπίνα για να προστατεύσει το σπίτι από επιθέσεις της Κου Κλουξ. Μεγαλώνοντας, δούλεψε ως μοδίστρα στο Μοντγκόμερι, ενώ παράλληλα ανέπτυξε ακτιβιστική δράση, υπηρετώντας ως γραμματέας του τοπικού τμήματος της NAACP (Εθνική Ένωση για την Πρόοδο των Έγχρωμων Ανθρώπων).
Όταν αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο
Ήταν 1 Δεκεμβρίου 1955, όταν η Ρόζα Παρκς αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της σε έναν λευκό άνδρα στο Μοντγκόμερι, παραβιάζοντας τους νόμους περί φυλετικού διαχωρισμού, αφού μέχρι τότε οι μπροστινές θέσεις στα μέσα προορίζονταν για τους λευκούς και μόνο στις πίσω κάθονταν οι μαύροι. Η Ρόζα είχε αγνοήσει τον διαχωρισμό και για τον λόγο αυτό, συνελήφθη και της επιβλήθηκε πρόστιμο, γεγονός που πυροδότησε την οργή της αφροαμερικανικής κοινότητας.
Η πράξη της οδήγησε στο περίφημο «Μποϊκοτάζ των λεωφορείων του Μοντγκόμερι», το οποίο κράτησε 381 ημέρες και ανέδειξε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ως ηγετική φυσιογνωμία. Οι διαμαρτυρόμενοι, με την απρόσμενη βοήθεια πολλών λευκών κατοίκων, οργάνωσαν ένα εναλλακτικό σύστημα συγκοινωνιών με τα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα. Η αντίδραση των λευκών ήταν βίαια. Οι αρχές έκαναν τα «στραβά μάτια» στην Κου Κλουξ Κλαν, η οποία ένα βράδυ πυρπόλησε το σπίτι του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Η ενέργεια αυτή έφερε τα αντίστροφα αποτελέσματα, καθώς προκάλεσε παναμερικανικό ενδιαφέρον. Ο διαχωρισμός λευκών και μαύρων στα λεωφορεία έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, το οποίο με απόφασή του στις 13 Νοεμβρίου του 1956 ακύρωσε τον συγκεκριμένο κανονισμό της πολιτείας της Αλαμπάμα.
Η ζωή μετά το λεωφορείο
Παρά την παγκόσμια φήμη της, η Ρόζα Παρκς και ο σύζυγός της έχασαν τις δουλειές τους και δέχονταν συνεχείς απειλές για τη ζωή τους. Το 1957 αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στο Ντιτρόιτ για λόγους ασφαλείας και επιβίωσης.
Από το 1965 έως το 1988, εργάστηκε ως διοικητική βοηθός στο γραφείο του Αφροαμερικανού βουλευτή John Conyers, βοηθώντας πολίτες σε θέματα στέγασης και εργασιακών διακρίσεων. Μάλιστα, υποστήριξε ενεργά το κίνημα Black Power και συμμετείχε σε διαδηλώσεις κατά του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική.
Η Ρόζα πέθανε το 2005 σε ηλικία 92 ετών, κι έγινε η πρώτη γυναίκα στην ιστορία των ΗΠΑ της οποίας η σορός τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στη Ροτόντα του Καπιτωλίου στην Ουάσιγκτον. Μέχρι και σήμερα το όνομά της παραμένει παγκόσμιο σύμβολο αξιοπρέπειας και αντίστασης κατά της αδικίας και του ρατσισμού.









