Ταλαντούχος ηθοποιός του καλού εμπορικού κινηματογράφου με χαρακτηριστικούς ρόλους, η Κατερίνα Γώγου μεταμορφώθηκε στη συνέχεια σε δραματική πρωταγωνίστρια του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Παράλληλα, εξελίχθηκε σε μια ξεχωριστή, αλλά αντισυμβατική ποιήτρια, με παιδικές πληγές και ανησυχίες που την οδήγησαν σε αυτοκαταστροφικές τάσεις, με αποτέλεσμα το πρόωρο τέλος της.
Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Τα πρώτα χρόνια της ζωής της τα πέρασε με τον πατέρα της, ενώ στην εφηβεία έζησε με την μητέρα της. Το υποκριτικό της ταλέντο, φάνηκε από πολύ νωρίς, για αυτό και συμμετείχε σε παιδικούς θιάσους από την ηλικία των 5 ετών. Σπούδασε υποκριτική στη δραματική σχολή του Τάκη Μουζενίδη και χορό στη σχολή της Κούλας Πράτσικα.
Ο κινηματογράφος μπήκε στη ζωή της πολύ νωρίς, όταν σε ηλικία 12 ετών συμμετείχε στην ταινία του Σακελλάριου «Ο Άλλος», δίπλα στον Γιώργο Παππά. Το 1958 πέρασε το κατώφλι της Φίνος Φιλμ και πήρε έναν ρόλο στην ταινία «Το Ξύλο Βγήκε από τον Παράδεισο». Αυτή ήταν η αρχή για μια δυναμική κινηματογραφική πορεία, με δεύτερους αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους σε ταινίες όπως «Νόμος 4.000», «Δεσποινίς Διευθυντής», «Η δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα» αλλά και «Μια Τρελλή Τρελλή Οικογένεια», στον χαριτωμένο ρόλο της κακομαθημένης αδελφή της Τζένης Καρέζη.
Στα χρόνια της μεταπολίτευσης, απαρνήθηκε τον λεγόμενο εμπορικό κινηματογράφο και εντάχθηκε σε ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Αργότερα, πρωταγωνίστησε σε ταινίες που ταίριαζαν περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία της, όπως «Το Βαρύ Πεπόνι» του Παύλου Τάσιου. Ακολούθησε η σπαρακτική της εμφάνιση, ως αφηγήτριας, στην «Παραγγελιά» το 1980, στην οποία απήγγειλε ποιήματα από τις συλλογές της. Τέσσερα χρόνια αργότερα, πρωταγωνίστησε στην ταινία «Όστρια» σε σενάριο δικό της. Έκτοτε αποσύρθηκε οριστικά από τον κινηματογράφο.
Παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Παύλο Τάσιο, το 1967 με κουμπάρα την Τζένη Καρέζη. Αυτοκτόνησε το 1993, σε ηλικία 53 ετών, αποτέλεσμα του εθισμού της σε αλκοόλ και ναρκωτικές ουσίες.









