Στέλιος Χαλκίτης: «Η ανύψωση και η αποκαθήλωση του έρωτα»
Τι είναι ο έρωτας; Πόσο διαρκεί και μπορούν όλοι οι έρωτες να εξελιχθούν σε αγάπη;
«…Ο Ρωμανός την αγαπούσε και εκείνη τον λάτρευε. Η σχέση του έρωτα με την αγάπη είναι σχεδόν εχθρική. “Ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ… οὐ περπερεύεται… οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς…”. Όταν αγαπάς, δεν κόβεις το τριαντάφυλλο, δεν το αγγίζεις βίαια, για να μην πληγώσεις ούτε καν την αυγινή δροσιά που το στολίζει. Έτσι αγαπούσε τον Ρωμανό: με τρόπο διαυγή, ανόθευτο και συγκρατημένο», γράφει σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας Στέλιος Χαλκίτης στις “Απαράφθορες”. Και αλλού, στο ίδιο
μυθιστόρημα, αναφέρεται: «…Εξυμνώ τον έρωτα όταν συναντιούνται δύο άνθρωποι που έχουν εγκαταλείψει το εγκιβωτισμένο “εγώ” τους, που δεν νοθεύουν ούτε υπονομεύουν την αγάπη, που αναγνωρίζουν ο ένας το βάθος και την αξία του άλλου, που βιώνουν ο ένας τις πονεμένες
αφηγήσεις του άλλου, γιατί γνωρίζουν πως έτσι συμπορεύονται προς την ίδια ακτή του παραδείσου».

Ο έρωτας είναι μια εορταστική σταύρωση με κατάληξη τον θάνατο της σχέσης· όμως κάπου εκεί, παραδίπλα, βρίσκεται η αγάπη, η οποία καλεί τον έρωτα όχι για να διαλύσει ο ένας
τον άλλον ή να τον εξουσιάσει, αλλά για να δημιουργήσουν μαζί ένα μνημείο που θα συμβολίζει την υπέρβαση των ατελειών και των δύο.Μιλά για τον έρωτα που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς —
τον ανιδιοτελή έρωτα που στηρίζεται στο συναίσθημα και στη γνήσια σύνδεση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Στο “De Profundis: Αναμάρτητοι Έρωτες” γράφει σε κάποιο σημείο:
«Τώρα, σαν να έφυγε η λάσπη από τα μάτια μου, είδα. Είναι τόσο περίεργο αυτό το συναίσθημα του νέου έρωτα με την ίδια γυναίκα. Την ίδια μέρα που σκίρτησε μέσα μου, συνέβη και κάτι άλλο: ένιωσα να τη ποθώ ερωτικά, παρόλο που — όπως καταλαβαίνεις— δεν είχε την ομορφιά του πρώτου
καιρού. Ωστόσο τώρα είχε μια άλλη ομορφιά, πολύ πιο ελκτική: ήταν ένας συνδυασμός ωριμότητας και δέους για το πώς χειρίστηκε μέχρι σήμερα τη ζωή, για το πώς άντεξε τις
ιδιορρυθμίες μου. […] Το μυαλό μου είχε κατακλυστεί από εκείνη. […] Θα σ’ το πω λυρικά: αισθανόμουν τ’ αστέρια να ανατέλλουν μόνο για εκείνη, και αυτή —για πρώτη φορά— ζήλευε τη βροχή, γιατί με άγγιζε. […] Αυτό το γράμμα, Κορνήλιε, το έγραψα για σένα, για να σου πω ότι είμαστε ανόητοι: ενώ έχουμε όλη τη ζωή μπροστά μας, δεν εκτιμούμε τα πολύτιμα, αλλά στρεφόμαστε στα κίβδηλα. Ο χρόνος, όμως, δεν μας περιμένει».
Διαβάστε επίσης:










