Search
Close this search box.

Η φεμινίστρια που πυροβόλησε τον Άντι Γουόρχολ και τον «σκότωσε» 20 χρόνια μετά

Ο Άντι Γουόρχολ, ο άνθρωπος που μετέτρεψε ένα κονσερβοκούτι σούπας σε αριστούργημα και προφήτευσε τα «15 λεπτά δημοσιότητας», σχεδόν 40 χρόνια μετά τον θάνατό του, παραμένει «ζωντανός» μέσα από την κληρονομιά του που παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ, θυμίζοντάς μας πως στην εποχή της εικόνας, η επιφάνεια είναι συχνά η ίδια η ουσία.

Ο Άντι Γουόρχολ πέθανε τις 22 Φεβρουαρίου του 1987, από μια συνηθισμένη επέμβαση κύστης. Ωστόσο, στην πραγματικότητα ο θάνατός του προήλθε από τη μεγάλη του φοβία για τον ίδιο τον θάνατο. Μια φοβία που ξεκίνησε, μετά από τους τρεις πυροβολισμούς που δέχτηκε από μία ψυχικά άρρωστη φεμινίστρια και ανοιχτά λεσβία, την Βαλερί Σολάνας το 1968. Σώθηκε μετά από πολύωρη επέμβαση, ωστόσο, ο έφερε βαριά σημάδια στο σώμα του και αναγκαζόταν να φοράει χειρουργικό κορσέ για το υπόλοιπο της ζωής του.

Η επίθεση αυτή άλλαξε ριζικά τον Γουόρχολ, κάνοντάς τον πολύ πιο κλειστό, προσεκτικό και εμμονικό με τον θάνατο. Λόγω του παθολογικού φόβου του για τα νοσοκομεία αγνοούσε τα συμπτώματα στην κύστη για τουλάχιστον 15 χρόνια. Όταν τελικά χειρουργήθηκε, η χοληδόχος κύστη του ήταν γεμάτη γάγγραινα και «διαλύθηκε σε κομμάτια» μόλις ο χειρουργός επιχείρησε να την αφαιρέσει. Έτσι, μοιραία οδηγήθηκε στον θάνατο, με τους συγγενείς του να καταφεύγουν στη δικαιοσύνη, κατηγορώντας το νοσοκομείο.

Γενικά, η ζωή του Άντι Γουόρχολ ήταν συναρπαστική, όπως ήταν άλλωστε και το ίδιο του το έργο.

Ο έρωτας για τον Τρούμαν Καπότε

Γεννήθηκε ως Andrew Warhola από γονείς μετανάστες από τη σημερινή Σλοβακία στο Πίτσμπουργκ, όπου το να είσαι ομοφυλόφιλος θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και στη σύλληψή σου. Έτσι, ο διάσημος καλλιτέχνης μεγάλωσε σε ένα καταπιεστικό περιβάλλον, όπου οι γκέι άντρες και γυναίκες αντιμετωπίζονταν σαν εγκληματίες.

Άρχισε να ανακαλύπτει την ομοφυλοφιλική ταυτότητά του όταν μετακόμισε το 1949 στη Νέα Υόρκη, σύμφωνα με τον Γκόπνικ. Ο Γουόρχολ «απορροφήθηκε» αμέσως στην γκέι κοινότητα του Μανχάταν. Ο πρώτος του έρωτας ήταν ένας νεαρός ξανθομάλλης καλλιτέχνης, ο Τόμι Τζάκσον, τέσσερα χρόνια νεότερός του, με τον οποίο αλληλογραφούσαν και έστελναν πρόστυχες καρτ ποστάλ ο ένας στον άλλον. Έχουν χυθεί τόνοι μελάνι, για τη σεξουαλικότητα του, την προσωπική του ζωή και τους αμέτρητους εραστές του.

Ανάμεσα στους άντρες που τράβηξαν την προσοχή του Άντι Γουόρχολ ήταν ο συγγραφέας Τρούμαν Καπότε, με τον οποίο απέκτησε εμμονή και άρχισε να τον καταδιώκει. Έστελνε κάρτες στο σπίτι του, μετά άρχισε να τον παρακολουθεί και κάποια φορά τον περίμενε έξω από ένα εστιατόριο, όπου ο Καπότε έτρωγε με φίλους. Μια μέρα, ενώ τον περίμενε έξω από το διαμέρισμά του, η μητέρα του συγγραφέα τον κάλεσε μέσα επειδή προφανώς τον λυπήθηκε.

Ο Γουόρχολ αυτό το πήρε ως ένδειξη για να αρχίσει να τηλεφωνεί στον Κάποτε κάθε μέρα, μέχρι που η μητέρα του τού είπε να σταματήσει. Oι δύο άντρες θα γίνονταν αργότερα, τη δεκαετία του 1970, φίλοι.

Η φεμινίστρια που πυροβόλησε τον Άντυ Γουόρχολ

Η Βαλερί Σολάνας, γεννήθηκε το 1936, στο Νιου Τζέρσεϊ. Όταν ήταν μικρή ο πατέρας της την κακοποιούσε σεξουαλικά. Οι γονείς της χώρισαν, αλλά η Βαλερί δεν τα πήγαινε καλά με τον πατριό της και επαναστάτησε ενάντια στη μητέρα της. Έζησε μια ταραχώδη ζωή, ένα διάστημα σαν άστεγη ενώ στα 18 της, γέννησε ένα αγόρι με κάποιον ναυτικό, και το παιδί δόθηκε για υιοθεσία. Παρόλα αυτά, η Βαλερί τέλειωσε το λύκειο και πήρε δίπλωμα ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ. Όσο ήταν φοιτήτρια, έκανε εκπομπές στο ραδιόφωνο συμβουλεύοντας τα κορίτσια πώς να αντιμετωπίζουν και να μάχονται τους άντρες, δήλωνε ανοιχτά «λεσβία», σκανδαλίζοντας τη συντηρητική Αμερική της δεκαετίας του 1950.

Η γνωριμία με τον Άντι Γουόρχολ

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η Βαλερί βρίσκεται στη Νέα Υόρκη. Την εποχή εκείνη αρχίζει να γράφει το φεμινιστικό μανιφέστο της «SCUM Manifesto». Το 1967 συναντά τον Άντυ Γουόρχολ έξω από το Factory και προσπαθεί να τον πείσει να κάνει την παραγωγή του έργου της. Ο Γουόρχολ, βλέποντας ότι το υλικό της Σολάνας ήταν πολύ σκληρό και σχεδόν πορνογραφικό, στην αρχή φοβήθηκε ότι επρόκειτο για παγίδα που του είχε στήσει η αστυνομία. Όταν η Βαλερί Σολάνας επικοινώνησε μαζί του για να δρομολογήσουν το ανέβασμα του έργου, αυτός της είπε ότι το χειρόγραφό της χάθηκε. Η Σολάνας απαίτησε να την αποζημιώσει για την απώλεια αυτή, και ο Γουόρχολ της πρότεινε να εργαστεί στο Factory ως δακτυλογράφος, και της πρότεινε αμοιβή 25 δολαρίων για να παίξει στο φιλμ του «I, a man».

Τελικά η Σολάνας έπαιξε στο φιλμ του Γουόρχολ, και έπαιξε κι ένα μικρό ρόλο στο φιλμ «Bikeboy» του 1967, δείχνοντας συμφιλιωμένη με τον «Μίδα της σύγχρονης τέχνης» κατά τα λεγόμενα του εκδότη Μορίς Ζιροντιά.

Όταν πυροβόλησε τον Άντι Γουόρχολ

Τη Δευτέρα 3 Ιουνίου 1987, αφού τον ταλαιπώρησε με τηλεφωνήματα και απειλές για αρκετούς μήνες, αποφάσισε να βάλει τέλος στη ζωή του. Η Σολάνας βγήκε από το ασανσέρ στο Factory, τράβηξε ένα 32άρι Beretta από την τσάντα της, και πυροβόλησε εναντίον του Άντι Γουόρχολ την ώρα που αυτός μιλούσε στο τηλέφωνο.

Η τρίτη σφαίρα διαπέρασε ζωτικά του όργανα (στομάχι, συκώτι, σπλήνα, πνεύμονες). Τον μετέφεραν εσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου υποβλήθηκε σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση και, παρά το γεγονός ότι ήταν κλινικά νεκρός για 90 δευτερόλεπτα στο χειρουργικό τραπέζι, η ζωή του σώθηκε.

Η μεγάλη της στιγμή δεν εξελίχθηκε ακριβώς όπως την είχε οραματιστεί. Αφού παραδόθηκε σε έναν χαμηλόβαθμο τροχονόμο στην Times Square, η Σολάνας προέτρεψε τους δημοσιογράφους να διαβάσουν το μανιφέστο της, υποστηρίζοντας: «Θα σας πει τι είμαι!».

Διαγνώστηκε με παρανοϊκή σχιζοφρένεια, και καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση, κατά τη διάρκεια της οποίας της αφαίρεσαν τη μήτρα παρά τη θέλησή της, και μετακινήθηκε μεταξύ διαφόρων βίαιων φυλακών και νοσοκομείων για εγκληματικά παράφρονες. Η ζωή της μετά τη φυλακή ήταν μια ζωή απόλυτης απομόνωσης και στέρησης. Πέθανε στο Σαν Φρανσίσκο στις 25 Απριλίου 1988, πάμφτωχη και περιφρονημένη.

Share: