Ο Βασίλης Αυλωνίτης δεν ήταν απλώς ένας ηθοποιός, αλλά μια πληθωρική φυσιογνωμία που με το πηγαίο χιούμορ, τους αυτοσχεδιασμούς και τις χαρακτηριστικές γκριμάτσες του σφράγισε τη «χρυσή εποχή» του ελληνικού σινεμά.
Εξάλλου, υπήρξε ο άνθρωπος που μπορούσε να προκαλέσει άφθονο και αβίαστο γέλιο μόνο με ένα ανασήκωμα του φρυδιού ή μια αδιόρατη σύσπαση του προσώπου του. Ήταν ο ηθοποιός που μετέτρεψε τον αυτοσχεδιασμό σε υψηλή τέχνη και το φευγιό του σαν σήμερα στις 10 Μαρτίου 1970, στα 66 του χρόνια, άφησε ένα μεγάλο κενό.
Ο Βασίλης Αυλωνίτης ήταν ο «αγαθός γίγαντας» της ελληνικής κωμωδίας, ενώ η ζωή του υπήρξε μια διαδρομή γεμάτη γέλιο, αλλά και προσωπικές δυσκολίες. Αν και η αλήθεια είναι πως για την προσωπική του ζωή, ειδικά, δεν γνωρίζουμε και πάρα πολλά. Όπως ότι είχε γίνει μία δολοφονική επίθεση εναντίον του και παραλίγο να χάσει τη ζωή του, λόγω ενός νούμερου, που παρουσίαζε στο θέατρο.
Η δολοφονική επίθεση εναντίον του
Ήταν Αύγουστος του 1931. Το καλοκαίρι εκείνο, ο Βασίλης Αυλωνίτης συμμετείχε στην επιθεώρηση «Κατεργάρα» των Κίμωνα Καπετανάκη και Μίμη Κατριβάνου, στο καινούργιο θέατρο Περοκέ. Ανάμεσα στα νούμερα που παρουσίαζε ήταν κι εκείνο, όπου σατίριζε την κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου, με τον τίτλο, «Από τους υπουργούς βγήκαν τα κολοκύθια».
Σε ένα σημείο του σκετς, ο 27χρονος τότε, ηθοποιός σατίριζε στενούς συνεργάτες του Βενιζέλου, οι οποίοι είχαν εμπλακεί σε ένα μεγάλο σκάνδαλο της εποχής, το γνωστό «σκάνδαλο της νοθευμένης κινίνης». Η «Κατεργάρα» ήταν μία παράσταση που συζητιόταν πολύ. Ο κόσμος κάθε βράδυ γέμιζε ασφυκτικά το θέατρο. Ο Τύπος της εποχής, πάλι, ήταν διχασμένος, όπως και οι κριτικές. Άλλες μιλούσαν για μία «κίτρινη» επιθεώρηση και άλλη για μία σπουδαία παράσταση.

Το βράδυ εκείνο, όταν ο Βασίλης Αυλωνίτης βγήκε στη σκηνή, από το κοινό τέσσερις άντρες όρμησαν πάνω του, οργισμένοι επειδή θεωρούσαν ότι διακωμωδούσε τον Βενιζέλο. Ο ένας εξ’ αυτών, οπλοφορούσε στρέφοντας το όπλο του εναντίον του ηθοποιού. Εκείνος εμβρόντητος προσπάθησε να προφυλαχθεί, ψιθυρίζοντας «Τι φταίω εγώ, ρε παιδιά», ενώ καθώς προχωρούσε προς τα πίσω, σκόνταψε κι έπεσε κάτω.
Αυτή η πτώση γλίτωσε τη ζωή του, όμως, υπήρξε μοιραία για τον 35χρονο τεχνικό του θεάτρου. Όπως ανέφερε δημοσίευμα της εφημερίδας «Έθνος», σε εκείνο το σημείο στην κουίντα βρισκόταν ο Παναγιώτης Μωραΐτης, τον οποίο η σφαίρα που προοριζόταν για τον Αυλωνίτη, βρήκε στην καρδιά του. Ο 35χρονος άνδρας άφησε την τελευταία του πνοή, λίγη ώρα αργότερα.
Στο «Περοκέ» επικράτησε πανικός. Δημοσίευμα της εποχής περιγράφει τα όσα σοκαριστικά συνέβησαν τη βραδιά εκείνη. «Η σκηνή του θεάτρου, ενόμιζε κανείς ότι μετεβλήθη εις τόπον εκτελέσεων, των δολοφόνων πυροβολούντων χωρίς διάκρισιν, ενώ οι ηθοποιοί ετρέποντο κάτωχροι προς τα παρασκήνια δια να σωθούν».

Από τη δολοφονική επίθεση τραυματίστηκαν θεατές, ο λογιστής, ο ηλεκτρολόγος και μια ηθοποιός της παράστασης. Ο κόσμος έτρεχε να σωθεί, ενώ λέγεται ότι κάποιοι άλλοι προσπάθησαν να λιντσάρουν τους εκτελεστές.
Δεν ξεπέρασε ποτέ το θάνατο του 35χρονου τεχνικού
Ο Βασίλης Αυλωνίτης δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει τη δολοφονία του νεαρού τεχνικού. Ο αγαπημένος ηθοποιός θεωρούσε τον εαυτό του εν μέρει υπεύθυνο για το θάνατό του. Τις ενοχές και το βάρος που ένιωθε στη συνείδησή του, τα κουβαλούσε μέχρι το τέλος της ζωής του, μια μέρα σαν τη σημερινή: 10 Μαρτίου 1970.
Ο ίδιος δεν ήθελε να μιλάει για την ιστορία αυτή. Λίγες ήταν οι φορές που το είχε κάνει και αυτό μόνο σε ανθρώπους κοντινούς του. Μάλιστα, λίγο μετά τη δολοφονική επίθεση, ο Βασίλης Αυλωνίτης είχε δηλώσει ότι «Θα κάνω χρόνια να βγω ξανά στην αθηναϊκή σκηνή». Και πράγματι, για κάποια χρόνια απείχε από το θέατρο.









