Σαν σήμερα 12 Μαΐου του 1992 έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Γκάτσος, ο ποιητής που έφερε την ποίηση στο τραγούδι και μέσα από τους στίχους του ύμνησε τη μάνα όσο κανείς άλλος. Κάθε στίχος στα τραγούδια που έγραψε για τη μάνα κι ένα δάκρυ.
«…Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου, μια μάνα φώναξε, Παιδί μου!», γράφει ο ποιητής στο σπαρακτικό τραγούδι/ύμνο «Μεγάλη Πέμπτη». Αλήθεια, τι να πρωτογράψουμε και τι να πρωτοθυμηθούμε για τον σπουδαίο Γκάτσο, ο οποίος αποτέλεσε ένα συγκλονιστικό δίδυμο με τον Μάνο Χατζιδάκι, χαρίζοντας μοναδικά τραγούδια.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια και η ορφάνια
Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας στις 8 Δεκεμβρίου 1911 από τους αγρότες Γεώργιο Γκάτσο και Βασιλική Βασιλοπούλου. Η οικογένειά του ήταν φτωχή και ο πατέρας του αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αμερική. Ο Γκάτσος έμεινε πίσω στο χωριό με τη μητέρα του και την αδελφή του.
Το 1916, ο πατέρας του είχε έρθει στην Ελλάδα να δει την οικογένειά του. Καθώς επέστρεφε στην Αμερική, έπαθε πνευμονία και πέθανε στο καράβι, δύο ώρες πριν φτάσει στη Νέα Υόρκη. Ο καπετάνιος πέταξε τη σορό του στον Ατλαντικό και η οικογένειά του δεν κατάφερε ποτέ να τον βρει για να τον θάψει. Τα νέα του θανάτου του έφτασαν στο χωριό του έναν μήνα αργότερα. Ο θρήνος της μητέρας του, στο άκουσμα των μαντάτων, τρόμαξε τόσο πολύ τον 5χρονο τότε Νίκο Γκάτσο, που τα χέρια του έτρεμαν για το υπόλοιπο της ζωής του!
Ο μικρός Νίκος τέλειωσε το Δημοτικό στην Ασέα και το Γυμνάσιο στην Τρίπολη, όπου γνώρισε τα λογοτεχνικά βιβλία, τις μεθόδους αυτοδιδασκαλίας ξένων γλωσσών, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έτσι, όταν το 1930 ήρθε στην Αθήνα για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (διέκοψε μετά το δεύτερο έτος), ήξερε αρκετά καλά Αγγλικά και Γαλλικά, είχε μελετήσει τον Παλαμά, τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι και παρακολουθούσε τις νεωτεριστικές τάσεις στην ποίηση της Ευρώπης.
Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του και την αδερφή του και άρχισε να έρχεται σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του, μικρά σε έκταση και με κλασικό ύφος, στα περιοδικά «Νέα Εστία» (1931-32) και «Ρυθμός» (1933). Την ίδια περίοδο δημοσίευσε κριτικά σημειώματα στα περιοδικά «Μακεδονικές Ημέρες», «Ρυθμός» και «Τα Νέα Γράμματα» (για τον Κωστή Μπαστιά, την Μυρτιώτισσα και τον Θράσο Καστανάκη αντίστοιχα), ενώ αργότερα συνεργάστηκε με τα «Καλλιτεχνικά Νέα» και τα «Φιλολογικά Χρονικά».
Η συγγραφή
Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Οδυσσέα Ελύτη το 1936. Συνδέθηκε με το ρεύμα του ελληνικού υπερρεαλισμού. Το μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε, είναι η ποιητική σύνθεση «Αμοργός» (Αετός, 1943), η οποία θεωρείται κορυφαία δημιουργία του ελληνικού υπερρεαλισμού με επίδραση στους νεότερους ποιητές, σημαδεύοντας την σύγχρονη ελληνική ποίηση. Έκτοτε δημοσίευσε τρία ακόμη ποιήματα: το «Ελεγείο» (1946, περ. Φιλολογικά Χρονικά) και το «Ο ιππότης κι ο θάνατος» (1947, περ. Μικρό Τετράδιο), που από το 1969 και μετά περιέχονται στο βιβλίο «Αμοργός», και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963, περ. Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη.
Ο Νίκος Γκάτσος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μετάφραση θεατρικών έργων, κυρίως για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου. Αφορμή υπήρξε το έργο «Ματωμένος γάμος» του Ισπανού ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, που το μετέφρασε το 1943. Τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε με αυτό το κομμάτι, ενώ παράλληλα και για βιοποριστικούς λόγους συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση» ως μεταφραστής και με την Ελληνική Ραδιοφωνία ως μεταφραστής, διασκευαστής και ραδιοσκηνοθέτης.
Ο ποιητής του τραγουδιού
Η μεγάλη συνεισφορά του Γκάτσου, ωστόσο, είναι στο τραγούδι ως στιχουργός. Έφερε την ποίηση στον στίχο και κατάφερε να δώσει, κυρίως μέσω της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού. Συνεργάστηκε, επίσης, με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Δήμο Μούτση, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Χριστόδουλο Χάλαρη, καθώς και με νεώτερους συνθέτες.
Γράφοντας συνήθως πάνω στη μελωδία, με πρώτο το «Χάρτινο το φεγγαράκι», μίλησαν στις καρδιές του κόσμου πολλά μεμονωμένα τραγούδια του, ενώ σε πολλά από αυτά, οι στίχοι του μιλάνε για τη μάνα. Το 1987 τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του, ενώ το 1991 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Αντεπιστέλλοντος Μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων της Βαρκελώνης για τη συμβολή του στη διάδοση της ισπανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος είχε πει κάποτε για εκείνον: «Πρέπει να μετράμε το ελληνικό τραγούδι προ Γκάτσου και μετά τον Γκάτσο»










