Ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ηθοποιούς και σημαντικότερους εκπροσώπους της κωμωδίας στον ελληνικό κινηματογράφο και θέατρο, διακρινόταν για τη σεμνότητα, την ευγένεια, τη φινέτσα, τη λατρεία και τον σεβασμό τους στο γυναικείο φύλο, κι εννοείται για το χιούμορ του.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η επιγραφή στον τάφο του αναφέρει: «Με συγχωρείτε κυρίες μου που δεν μπορώ να σηκωθώ»… Όπως δεν είναι τυχαίο ότι η προσωπικότητά του οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος και στον τρόπο που μεγάλωσε και στις εμπειρίες που βίωσε. Η ζωή του δεν ήταν πάντα εύκολη και μπορεί ο Ντίνος Ηλιόπουλος να μεγάλωσε σε μια άνετα οικονομικά, οικογένεια, όμως, έζησε και δύσκολες στιγμές, τόσο με οικονομική κατάρρευση της οικογένειας, όσο και με τη δική του πτώχευση που τον ανάγκασε να φύγει για την Αμερική.
Ο Ντίνος Ηλιόπουλος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1915 από Έλληνες γονείς. Ο έμπορος πατέρας του, όμως, καταστράφηκε οικονομικά από το κραχ του 1929 με αποτέλεσμα η οικογένεια να μετακομίσει στη Μασσαλία. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο ίδιος είχε ως πρώτη γλώσσα του, τη γαλλική. Το 1935 η οικογένειά του επέστρεψε στην Ελλάδα και εκείνος γράφτηκε στο Berkshire High Commercial School για να σπουδάσει εμπορικές επιστήμες και να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του.

Όταν αποφοίτησε και ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, η οποία ήταν παρατεταμένη λόγω του πολέμου, έπιασε δουλειά σε μια αντιπροσωπεία. Ωστόσο, δεν έμεινε για πολύ εκεί και αφού άλλαζε δουλειές «σαν τα ξυραφάκια του» όπως έλεγε με χιούμορ ο ίδιος, συνειδητοποίησε ότι θέλει να αφοσιωθεί στο θέατρο που αγαπούσε από παιδί.
Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Η επιτυχία ήρθε και ο Ντίνος Ηλιόπουλος έγινε ένα από τα πρώτα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου. Όμως, η φήμη δεν τον έκανε να χάσει την ανθρωπιά του και όλοι έχουν να λένε πόσο βοηθούσε συναδέλφους του που είχαν ανάγκη οικονομική. Ο ίδιος, λέγεται πως δεν είναι καλή σχέση με το χρήμα και στις παραστάσεις του ως θιασάρχης πάντα προσλάμβανε περισσότερους ηθοποιούς από όσους απαιτούσε το έργο προκειμένου να βοηθήσει οικονομικά συναδέλφους του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μείνει κάποια στιγμή, «πανί με πανί».
Το χρονικό της πτώχευσης
Το 1963, ο Έλληνας «Φρεντ Αστέρ», όπως τον αποκαλούσαν, πήρε την απόφαση να αποκτήσει δικό του θέατρο. Ήταν το «Γκλόρια», στο οποίο ήλπιζε ότι θα πραγματοποιούσε όλες τις καλλιτεχνικές του φιλοδοξίες. Όμως, όπως αναφέραμε, η σχέση του με το χρήμα ήταν τραγική, παρά το γεγονός ότι είχε σπουδάσει οικονομικά. Έτσι, διεύθυνε το θέατρο μόνο με το φιλότιμο και όχι με οικονομικό σχεδιασμό.

Για παράδειγμα, όταν ανέβαζε παραστάσεις που απαιτούσαν 5-6 ηθοποιούς, αυτός προσλάμβανε 15, ώστε να δώσει μεροκάματο σε κάποιον άνεργο συνάδελφο ή φίλο του. Επίσης, ως θιασάρχης ελεύθερου θεάτρου πλήρωνε πάντα τις πρόβες και το φαγητό των ηθοποιών, όταν σχεδόν κανένας άλλος επιχειρηματίας του χώρου δεν το έκανε.
Την ίδια λογική είχε και όταν διαπραγματευόταν την αμοιβή του, για τη συμμετοχή του σε μια εμπορική ταινία. Η γυναίκα του πάντα του έλεγε «πήρες λίγα», διαπίστωση που έκανε και ο ίδιος σε συνέντευξη που έδωσε το 1993 στο περιοδικό «Ε» της Ελευθεροτυπίας. «Αισθάνομαι ότι πάντα λείπει ένα μηδενικό από την αξία μου, στο τέλος του αριθμού της αμοιβής μου».
Η αποτυχημένη παράσταση
Το 1966, ο Ηλιόπουλος ανέβασε το θεατρικό έργο «Κονσέρτο για Τρομπόνι». Το κοινό είδε έναν άλλο ηθοποιό από αυτόν που είχε αγαπήσει. Στην παράσταση σουρεαλιστικού περιεχομένου, που έπεφτε «βαριά» για τα δεδομένα της εποχής, ο δημοφιλής ηθοποιός εμφανιζόταν φορώντας ξανθιά περούκα με μπούκλες.

Κανείς δεν ήθελε να βλέπει αυτόν τον «διαφορετικό» Ηλιόπουλο. Η αποτυχία ήρθε άμεσα. Κάθε παράσταση πήγαινε χειρότερα από την προηγούμενη. O Ντίνος Ηλιόπουλος πλήρωνε τους ηθοποιούς και άφραγκος γυρνούσε σπίτι με τα πόδια. Είχε πλέον πτωχεύσει και η οικογένειά του υπέφερε οικονομικά.
Ο ελληνικός κινηματογράφος «είχε πάρει την κάτω βόλτα» και σε κάποια μεγάλα στούντιο της εποχής δεν ήταν αρεστός. Γι’ αυτό, αναγκαζόταν να παίζει στα θέατρα ακόμη και δεύτερους ή τρίτους ρόλους, δίπλα σε άγνωστες σταρλετίτσες της δεκαετίας του ’70. Για το μεγάλο ηθοποιό υπήρχε μόνο μια λύση. Να ξενιτευτεί στην Αμερική και τον Καναδά, για να καταφέρει να «ξελασπώσει» οικονομικά.
Άφησε πίσω του δύο μωρά παιδιά, τη γυναίκα, τους φίλους του και όλα όσα είχε αγαπήσει, όταν πρωτοήρθε από τη Μασσαλία στην Ελλάδα. Με τον θίασο που σχημάτισε, έπαιξε σε 60 πολιτείες τα έργα Θεσμοφοριάζουσες, Ζητείται Ψεύτης, Το Δικαστήριο των Γυναικών, Ο Αριστοφάνης συναντά το Ζορμπά και Ο κόσμος ανάποδα.
Στα σχεδόν δύο χρόνια που έλειψε, κατάφερε να ισορροπήσει οικονομικά. Γυρνώντας στην Ελλάδα, συνέχισε και πάλι τη σπουδαία καριέρα του, δίπλα στα μεγάλα ονόματα του θεάτρου και του κινηματογράφου.










