Ήταν μια ημέρα σαν τη σημερινή, 6 Αυγούστου του 1999, ανήμερα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που έφυγε από τη ζωή η Ρίτα Σακελλαρίου, νικημένη από την επάρατη νόσο.
Οι παλαιοί έλεγαν πως οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν άγιες μέρες. Και η Ρίτα Σακελλαρίου, εκτός από τεράστια τραγουδίστρια, ήταν κι ένας καλός άνθρωπος. Μια βασανισμένη γυναίκα από τα μικράτα της που όμως, η ορφάνια, η φτώχια και οι κακουχίες της ζωής, δεν τη γονάτισαν. Αντίθετα, ανέπτυξε μια αυθεντική λεβεντιά, σθένος και πείσμα με τα οποία πορεύτηκε σε όλη της τη ζωή. Και ειδικά στο επαγγελματικό κομμάτι.
Η Ρίτα Σακελλαρίου αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, καθώς ήταν μία από τις καλύτερες και μεγαλύτερες λαϊκές φωνές. Ακόμα και όταν τη δεκαετία του ’80 αναλώθηκε σε τραγούδια με εύκολα σλόγκαν (“Είναι γάτα ο κοντός με τη γραβάτα”) ή αργότερα το ’90 τραγούδησε το “Εγώ δεν πάω Μέγαρο, θα μείνω με τον παίδαρο”, κανείς δεν αμφισβητούσε το καλλιτεχνικό της εκτόπισμα.
Εξάλλου, έχει χαρίσει απίστευτες ερμηνείες με σπουδαία τραγούδια, όπως το “Ιστορία μου, αμαρτία μου” που ακούστηκε μέχρι και στη θρυλική ταινία τρόμου, “Ο Εξορκιστής” το 1973. Και κανείς δεν ξεχνά πως το “Αυτός ο άνθρωπος” ήταν το αγαπημένο τραγούδι του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος σηκωνόταν για να χορέψει το ζεϊμπέκικο, ενώ η Σακελλαρίου κάθε χρόνο στη γιορτή του, ανηφόριζε στην Εκάλη για να τραγουδήσει στον Πρόεδρο.
Όταν ο “Εξορκιστής” άκουγε Ρίτα Σακελλαρίου
Ήταν το 1973, όταν στις κινηματογραφικές αίθουσες βγήκε ο “Εξορκιστής” (The Exorcist), η απόλυτη ταινία τρόμου, που μέχρι και σήμερα καμία ταινία δεν έχει καταφέρει να επιδράσει με τέτοιο διεισδυτικό τρόπο στην ψυχολογία του θεατή.
Η σκηνοθεσία είναι του William Friedkin και το σενάριο υπογράφει o William Peter Blatty, ενώ παρουσιάζει έντονο ελληνικό ενδιαφέρον καθώς στην ταινία ο ένας εκ των δύο εξορκιστών είναι Έλληνας με το όνομα Πάτερ Damien Karras, τον οποίο στην ταινία υποδύεται ο Αμερικάνος ηθοποιός Jason Miller. Τη μητέρα του ενσάρκωνε η τότε 90χρονη Ελληνοαμερικανίδα ηθοποιός Βασιλική Μαλλιαρού και τον θείο του ο Έλληνας, Τίτος Βανδής.
Στον “Εξορκιστή” υπάρχει μια καθαρά ελληνική σκηνή, όπου ο Πάτερ Damien επισκέπτεται τη μητέρα του την ώρα που εκείνη ακούει τον ελληνικό ραδιοσταθμό της Νέας Υόρκης. Ο σταθμός μεταδίδει εν μέσω διαφημίσεων «για τους διαμένοντες στο Brooklyn…» την νέα, τότε επιτυχία της Ρίτας Σακελαρίου «Ιστορία μου αμαρτία μου» (των Γιώργου Μανισαλή και Κώστα Ψυχογιού).
Στη σκηνή, η μητέρα του Εξορκιστή τον συμβουλεύει στα ελληνικά ενώ ακούγεται η μεγάλη επιτυχία της Ρίτας Σακελλαρίου. Στην ίδια σκηνή ακούγεται κι ένα δεύτερο ελληνικό τραγούδι, το «Παραμυθάκι μου» μες τη φωνή του Γιάννη Καλατζή.
Να σημειώσουμε πως η Βασιλική Μαλλιαρού, η ηθοποιός που υποδύθηκε τη μητέρα του Πάτερ Καρρά, δεν είχε ξαναπαίξει ποτέ σε ταινία. Ο William Friedkin την ανακάλυψε τυχαία σε ένα εστιατόριο και την επέλεξε για το ρόλο επειδή του θύμισε πολύ τη δική του μητέρα. Η ίδια πέθανε πριν την κυκλοφορία της ταινίας στις αίθουσες, μη έχοντας καταφέρει να δει το τελικό αποτέλεσμα.
Πώς γράφτηκε το «Ιστορία μου αμαρτία μου»
Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1971 απογειώνοντας τις μετοχές της Ρίτας Σακελλαρίου, ενώ μέχρι και σήμερα ακούγεται με την ίδια ζέση. Όμως, πώς γράφτηκε η “Ιστορία μου αμαρτία μου”; Την ιστορία είχε αφηγηθεί η ίδια η τραγουδίστρια στην τηλεοπτική εκπομπή, «Μηχανή του χρόνου».
Όπως διηγήθηκε: «Πάμε με τον Τσιτσάνη στη Θεσσαλονίκη και την πρώτη βραδιά που τραγουδάμε στο Καλαμίτσα – Καλαμάκι, γνωρίζω τον δεύτερο μου άντρα. Πως τα φέρνει καμιά φορά η τύχη… Μπήκε στο μαγαζί ένας κούκλος και γυρίζει ο Τσιτσάνης -με πείραζε συχνά- και μου λέει, “κοίτα”. Ήταν 22 χρονών, μόλις είχε απολυθεί.
Γυρίζω και τα μάτια μας συναντήθηκαν αστραπιαία… Είπε ότι “θέλω την κοπέλα εκείνη να ‘ρθει στο τραπέζι μου”. Τότε έπρεπε να κατεβαίνουμε στα τραπέζια. Κάναμε κονσομασιόν, τι να κάνουμε… Δε βγήκα αμέσως πρώτο όνομα στην Τριάνα του Χειλά… Αλλά, εντάξει. Σε κάτι τέτοια ήμουνα διάολος. Τους έφερνα βόλτα όλους και κανένας δε τολμούσε ούτε το χέρι να μου πιάσει…
Πήγα στο τραπέζι εκείνο το βράδυ και μετά από ένα χρόνο παντρευτήκαμε. Ο δεύτερος άντρας μου ήταν παλαιστής. Σιδηρόπουλος, το όνομα… Ερχόμαστε στην Αθήνα, δουλεύω από εδώ, δουλεύω από εκεί… Πάω στην Πάρνηθα με τον συγχωρεμένο τον Λαύκα… Έπαιρνα 500 δραχμές μεροκάματο και το όνομά μου δεν υπήρχε έξω από το μαγαζί. Έλεγα στο αφεντικό: “Σε παρακαλώ, βάλε μου μια ταμπέλα…” Μου ‘λεγε: “Δεν πειράζει… θα την πάρει ο αέρας”.
Στο μεταξύ η εταιρεία που είχα κάνει τα πρώτα μου τραγούδια, δεν ξέρω πώς, με αντάλλαξε με έναν τραγουδιστή της εταιρείας που είμαι από τότε μέχρι τώρα. Όπως τ’ ακούς. Σαν να με πουλήσανε. Εγώ το ‘μαθα μετά. Ούτε που το κατάλαβα. Μετά στην παλιά εταιρεία χτυπούσαν το κεφάλι τους. Γιατί άρχισα κι ανέβαινα. Ερχόταν για μένα κόσμος στο μαγαζί. Λέω στο αφεντικό: Κάνε μου αύξηση ένα κατοστάρικο. Μου λέει: “Δεν μπορώ”.
Το «Ιστορία μου Αμαρτία μου», εγώ το φώναζα την ώρα που τραγουδούσα. Το ακούει ο Ψυχογιός και λέει στο Μανισαλή, που έπαιζε μπουζούκι στο πρόγραμμα και ήδη μου είχε γράψει αρκετά τραγούδια: “Δεν το κάνουμε τραγούδι;” Το τραγούδι αυτό έκανε σουξέ πριν το κάνω δίσκο. Ερχόταν κόσμος στο μαγαζί και μου ‘λεγε: Γεια σου Ρίτα, Ιστορία μου Αμαρτία μου… Αλλά το πεντακοσάρικο, πεντακοσάρικο…
Μου λέει ο άντρας μου: Θα πάω να πάρω ένα μαγαζί. Με τι λεφτά; Εδώ δεν έχουμε μία. Μεροδούλι, μεροφάι… Να φάμε και να ντυθούμε. Τελικά πήγα και δανείστηκα από την αδελφή μου κι από έναν αναβάτη που δούλευε στον Ιππόδρομο. Κι ανοίγει ο άνδρας μου το «Κουίν Αν» στην Εθνική Οδό. 1970. Ουρές! Έλεγα: Παναγιά μου, ένα βράδυ να μην έχει δουλειά να ξεκουραστούμε. Τέτοιο πράγμα. Μέχρι ο Άγκνιου ήρθε πάνω εκεί, ο τότε αντιπρόεδρος της Αμερικής….»
Όταν η Ρίτα άφησε το Μέγαρο για τον… παίδαρο Κώστα Ευρυπιώτη!
Το 1993, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών αποτελούσε το απόλυτο σύμβολο της εκλεπτυσμένης, «σοβαρής» αθηναϊκής κοινωνίας. Την ίδια ώρα, η Ρίτα Σακελλαρίου παρέμενε η αυθεντική φωνή της νύχτας, των παθών και του λαϊκού ισοπεδωτισμού. Η συνάντησή τους φαινόταν αδύνατη, μέχρι που ο στιχουργός Γιώργος Παυριανός και ο συνθέτης Νίκος Τερζής αποφάσισαν να τα «παντρέψουν».
Όταν ο Παυριανός παρουσίασε τους στίχους στην τραγουδίστρια, εκείνη αρνήθηκε πεισματικά να το ερμηνεύσει. Θεωρούσε ότι το κομμάτι ήταν υπερβολικά pop, πολύ μακριά από τα βαριά λαϊκά της ακούσματα και φοβόταν ότι θα γίνει ρεζίλι. Χρειάστηκε μεγάλη επιμονή από τον στιχουργό για να την πείσει να μπει στο στούντιο. Κι όταν το ηχογράφησαν και τελικά κυκλοφόρησε, έγινε το μεγαλύτερο σουξέ της εποχής.
Πολλοί, τότε αναρωτιούνταν αν ο «παίδαρος» ήταν πρόσωπο υπαρκτό ή εξυπηρετούσε τον στίχο. Μέχρι που αποκαλύφθηκε ότι ήταν υπαρκτό και μάλιστα, ήταν ο νεαρός και δημοφιλής τότε ηθοποιός Κώστας Ευρυπιώτης, ο οποίος μεσουρανούσε στην τηλεόραση και διατηρούσε στενή φιλική σχέση με τη Ρίτα Σακελλαρίου.
Σε συνέντευξή του, ο ηθοποιός -που επίσης έχει φύγει από τη ζωή – είχε δηλώσει για το τραγούδι που του αφιέρωνε η Ρίτα: «Νιώθω ξεχωριστή χαρά. Και η πιο ξεχωριστή ήταν η δήλωση της ”μεγάλης κυρίας” του λαϊκού τραγουδιού όταν τη ρώτησαν σε μια συνέντευξη: ”Μα είναι δυνατόν ο Ευρυπιώτης να είναι παίδαρος; Γιατί γι’ αυτόν δεν μιλάμε; Γιατί παίδαροι είναι οι “τετράγωνοι” έτσι δεν είναι;”. Και τους απάντησε: ”Ο Ευρυπιώτης είναι παίδαρος στην ψυχή!”. Έτσι αισθάνομαι, λοιπόν, μέσα μου. Θέλω πάντα να είμαι δυνατός, να κάνω το καλύτερο για όλους».
Οι τελευταίες συναυλίες
Αν και η Ρίτα Σακελλαρίου γνώριζε ότι είχε καρκίνο, δεν το έβαζε κάτω. Μάλιστα, ήταν τέτοιο το πάθος της να τραγουδάει και να είναι κοντά στον κόσμο που την λάτρευε, που είχε κανονίσει μια σειρά από συναυλίες στην Αυστραλία. Αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια… Ο καρκίνος είχε ήδη κάνει μετάσταση στις φωνητικές χορδές.
Η τραγουδίστρια είχε δώσει μόλις τρεις από τις προγραμματισμένες συναυλίες όταν επέστρεψε εσπευσμένα στην Αθήνα. Λίγες μέρες μετά, στις 6 Αυγούστου 1999, άφηνε την τελευταία της πνοή, βυθίζοντας στο πένθος έναν ολόκληρο λαό: τις μεγαλύτερες, αλλά και τις μικρότερες γενιές για τις οποίες ήταν η Ρίτα τους, η γυναίκα που δεν είχε πρόβλημα να τρολάρει τον εαυτό της, ενώ σε μια εποχή με πολλά ταμπού, κυρίως, ηλικιακά, εκείνη δεν δίστασε να αφήσει το Μέγαρο για να πάει με τον παίδαρο!










